Μπορεί η περίφημη ρήση του Σάμουελ Τζόνσον –"Ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο ενός απατεώνα"- να περιγράφει με βιτριολική ακρίβεια το νοσηρό φαινόμενο, αλλά είναι μια άλλη διάσημη ρήση, αυτή του Μπερνάρ Σο, που το εξηγεί: "Η πατρίδα σου είναι η καλύτερη του κόσμου επειδή εσύ γεννήθηκες εκεί". Μια τρίτη ρήση, του Σαρλ ντε Γκολ, μας βοηθάει να διακρίνουμε καθαρά τον "αγνό πατριωτισμό", που κανένας από τους προαναφερθέντες δεν μέμφεται, από την "πατριδοκαπηλία", τον κοινό τους αντίπαλο: "Πατριωτισμός είναι η αγάπη για την πατρίδα σου· εθνικισμός είναι το μίσος για τις άλλες πατρίδες".
Έτσι, με μπούσουλα τούτες τις τρεις ρήσεις, είμαστε σε θέση να σκάψουμε κάτω από την προσχηματική επίφαση της πατριδοκαπηλίας και να φέρουμε στην επιφάνεια το πραγματικό της υπόστρωμα: έναν ιδιότυπο, πρωτόγονο –"αταβιστικό", όπως λέμε στα χωριά μας- ναρκισσισμό που μας επιβάλλει ψυχαναγκαστικά να παρέχουμε εκ των προτέρων το "τεκμήριο της αθωότητας" στους πατριδοκάπηλους ή/και να εξαντλούμε στην περίπτωσή τους την επιείκειά μας, καθώς θεωρούμε (να το πάλι το Σύνδρομο της Στοκχόλμης, η συμπόνια του θύματος για τον θύτη του) πως η όποια στοχοποίηση του πατριδοκάπηλου, στοχοποιεί με τη σειρά της και ζωτικές λειτουργίες της ίδιας μας της ταυτότητας. Εκεί λοιπόν που θα περιμέναμε να εκλαμβάνεται ο πατριδοκάπηλος ως η χειρότερη –και σίγουρα η πιο σιχαμερή- μορφή απατεώνα, εκλαμβάνεται περίπου με συμπάθεια, ως κάποιος από "εμάς" που είχε απλώς την ατυχία να "παραστρατίσει". Περιττό ίσως να προσθέσουμε ότι αυτήν ακριβώς την "αχίλλεια πτέρνα" του καθενός μας γνωρίζει πολύ καλά ο πατριδοκάπηλος και την εκμεταλλεύεται κατά κόρον.
Δίπλα στο καταφύγιο της πατριδοκαπηλίας (ή στο ίδιο καταφύγιο, αν προτιμάτε, αλλά σε διπλανό διαμέρισμα) βρίσκεται εγκατεστημένη η θρησκοκαπηλία. Έχετε προσέξει τη σατανική σύμπτωση; Κανένας από τους απατεώνες που υποκρίνονται δημοσίως και θορυβωδώς τους θεοσεβούμενους, ως σύγχρονες μετεμψυχώσεις του "Ταρτούφου" του Μολιέρου, δεν αναλώνει τον χρόνο του (δεν τον "σπαταλάει", με άλλα λόγια) παριστάνοντας ότι είναι βαθιά προσηλωμένος σε διαφορετικό θρησκευτικό δόγμα από το κατά τόπους κυρίαρχο. Η θρησκοκαπηλία βαδίζει "χέρι - χέρι" με την πατριδοκαπηλία. Ουαί και αλίμονο στον θρησκοκάπηλο ή στον πατριδοκάπηλο που θα παραβιάσει αυτή τη βασική αρχή· δεν "σταδιοδρόμησε" μέχρι σήμερα απατεώνας που να την παραβίασε.
Σε μια από εκείνες τις μάλλον σαχλές φαρσοκωμωδίες, κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1980, την εποχή που οι βιντεοταινίες έκαναν θραύση και οι "τσόντες" ήταν παράνομες ακόμη, ο Γιάννης Γκιωνάκης και ο Νίκος Ρίζος υποδύονται δύο "μυστικούς" αστυνομικούς που επισκέπτονται ένα "τσοντάδικο", μεταμφιεσμένοι σε συνηθισμένους "ματάκηδες". Εδώ οφείλω να διευκρινίσω για τους νεότερους που δεν τα "έζησαν" ότι τότε οι "τσόντες" δεν προβάλλονταν ευθύς εξαρχής, αλλά παρεμβάλλονταν ξαφνικά στην κανονική ροή μιας "νόμιμης" ταινίας (εξ ου και βαφτίστηκαν "τσόντες"), πολλαπλασιάζοντας, πέραν των άλλων, την αδημονία των "ματάκηδων" για την ευλογημένη εκείνη ώρα. Καθώς ο χρόνος κυλάει δίχως να προβάλλεται "τσόντα" στην οθόνη και οι δύο "μυστικοί" αστυνομικοί κινδυνεύουν να αποκαλυφθούν (συγκεντρώνουν πάνω τους όλο και πιο φιλύποπτα βλέμματα), παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους και, ως βασιλικότεροι του βασιλέως, αρχίζουν να ουρλιάζουν το –ελαφρώς παραλλαγμένο- δημοφιλές πολιτικό σύνθημα εκείνων των ημερών: "Δώσε την τσόντα στο λαό! Δώσε την τσόντα στο λαό!". Σύντομα σείεται με το ίδιο σύνθημα όλο το "τσοντάδικο".
Πιθανώς τα ένσημα που κόλλησε επί χρόνια ο Φίλιππος Καμπούρης στην Trash TV, αναδεικνύοντας αλησμόνητα "φυσικά ταλέντα" όπως τον Εθνικό μας Σταρ και τον Μίστερ Μπούτια, να με οδήγησε συνειρμικά στη μεταμφίεση των Γκιωνάκη – Ρίζου. Πάντως, για να είμαστε και δίκαιοι απέναντι στον Καμπούρη, η δική του μεταπήδηση από τα μεταμεσονύχτια τηλεοπτικά "σκουπίδια" στον διαπρύσιο άμβωνα της πατριδοκαπηλίας και της θρησκοκαπηλίας, με σμαράγδι στο στέμμα του την αρχηγία ενός μικροσκοπικού πλέον (μη ανιχνεύσιμου δημοσκοπικά) πολιτικού κόμματος ανάλογης θεματολογίας, ενόσω ταυτόχρονα διέπρεπε οικονομικά με απάτες του κοινού ποινικού δικαίου (αν και τα περισσότερα, ο τάλας, τα έτρωγε στο Καζίνο), δεν ήταν –η μεταπήδηση, λέμε- παρά πιστή αντιγραφή του "μοτίβου" που αναρίθμητοι άλλοι ακολούθησαν στο παρελθόν, ενός "μοτίβου" που δεν θα είχε την παραμικρή πιθανότητα επιτυχίας εάν διαχρονικά δεν… έκοβε εισιτήρια. "Πρέπει να τσιμπάει και το εργάκι", όπως θα μας έλεγε ο αείμνηστος θεατράνθρωπος Σπύρος Ευαγγελάτος.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
