Δεν έχουμε παράπονο. Η δημόσια ζωή αυτού του τόπου (όπως και κάθε άλλου τόπου, για να πούμε την πικρή αλήθεια) μας παρέχει αναρίθμητες ευκαιρίες προκειμένου να τρέξουμε εσπευσμένα στην τουαλέτα και να αδειάσουμε τα σωθικά μας στη λεκάνη. Φαίνεται πως το αίσθημα της αηδίας είναι πλέον τόσο κοινό ώστε να περνάει απαρατήρητο και "κανόνες συμπεριφοράς", που παλαιότερα αποτελούσαν τους "εκ των ων ουκ άνευ" για την καθημερινή μας ανέφελη συμβίωση, μοιάζουν πια τόσο παρωχημένοι, λες και μαζεύουν σκόρους και σκόνη σε κάποιο από καιρό λησμονημένο εγχειρίδιο "Σαβουάρ Βιβρ" της αείμνηστης Ελένης Χαλκούση. Δεν εξηγείται αλλιώς πώς οι "σεινάμενοι και κουνάμενοι" δίπλα στην Κίμπερλι Γκίλφοϊλ εξαφανίζονται σήμερα με ασυγκρίτως μεγαλύτερη ταχύτητα από όσους έπεφταν στη δυσμένεια του Στάλιν και τους έτρωγε το μαύρο σκοτάδι στις επανεκδόσεις της Σοβιετικής Εγκυκλοπαίδειας.
Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, μια γυναίκα που δεν στερείται ανώτερης παιδείας (διετέλεσε και εισαγγελέας ένα διάστημα), υπήρξε εντυπωσιακά όμορφη κι αισθησιακή στα νιάτα της, αλλά –όπως πολλές και πολλοί πριν από αυτήν- δεν συμβιβάστηκε ποτέ με την αναπόφευκτη φθορά του χρόνου και, καθώς διάβηκε το κατώφλι της μέσης ηλικίας, μετάλλαξε τη νεανική της ομορφιά σε κιτσάτη καρικατούρα με αμφιβόλου επιτυχίας αισθητικές παρεμβάσεις, δίνοντας το δικαίωμα σε ανελέητους επικριτές του Ντόναλντ Τραμπ, σαν τον αμερικανό κωμικό τηλεπαρουσιαστή Τζίμι Κίμελ, να την αποκαλεί "βάτραχο" που κοάζει στα προεδρικά βαλτόνερα. "Βάτραχος" ή όχι, η Κίμπερλι επέδειξε μοναδική αφοσίωση στο κίνημα MAGA (Make America Great Again), ακόμη και την εποχή που το εγκατέλειπαν σχεδόν οι πάντες, θεωρώντας τον "πορτοκαλί" τσαρλατάνο οριστικά ξοφλημένο.
Βεβαίως (θα μας έλεγε ο Κίμελ) η Γκίλφοϊλ δεν είχε και "πού αλλού να πάει": ως τεσσάρων χρόνων "αρραβωνιάρα" του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ είχε άπαξ δια παντός εκτεθεί και προσδεθεί στο κομματικό άρμα του πατέρα του. Εκείνο που ίσως δεν φανταζόταν ούτε η ίδια η Κίμπερλι (θα επέμενε ο Κίμελ) ήταν πως, μερικά χρόνια αργότερα, η αποστροφή της οικογένειας Τραμπ προς το πρόσωπό της θα έφθανε σε σημείο, όχι μονάχα να απαρνηθεί οποιαδήποτε στενή σχέση με εκείνην ("έβγαινε ένα διάστημα με τον γιο μου", θα δηλώσει απαξιωτικά ο πρόεδρος, υποβιβάζοντας βάναυσα τον "αρραβώνα" σε "γκομενιλίκι"), αλλά και να την ξεφορτωθεί στέλνοντάς την στου διαόλου τη μάνα, χιλιάδες μίλια μακριά, σε κάποια από τις πολλές διαθέσιμες "εξωτικές" πρεσβείες. Η Γκίλφοϊλ προτιμούσε το Βατικανό, το ιδανικό πόστο για υψηλά αμειβόμενους αργόσχολους πρέσβεις, αλλά τελικά της έδωσαν την Ελλάδα.
Μια πρεσβεία μπόνους, όχι για να σε επιβραβεύσουν, αλλά για να σε ξεφορτωθούν; Όσο και αν ακούγεται παράξενο, το φαινόμενο δεν είναι πρωτόγνωρο, ούτε καν σπάνιο –οι Αγγλοσάξονες, μάλιστα, το έχουν βαφτίσει ευφάνταστα ως "κλωτσιά προς τα πάνω". Πιο χαρακτηριστική ιστορικά είναι η περίπτωση του Φραντς φον Πάπεν, ενός βραχύβιου (μόλις οκτώ μήνες) Γερμανού καγκελάριου που, ουσιαστικά, έμεινε στην Ιστορία ως εκείνος που έστρωσε τον δρόμο για τον Αδόλφο Χίτλερ, παραμυθιάζοντας τους στρατιωτικούς (ιδίως τον στρατό, από όπου προερχόταν) ότι θα χρησιμοποιήσουν τον "Αυστριακό δεκανέα" και κατόπιν θα τον πετάξουν σαν στυμμένη λεμονόκουπα· ο Αδόλφος, σε ανταπόδοση των καλών του υπηρεσιών, του χάρισε τη ζωή το 1934, κατά τη "Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών", αλλά και αργότερα, καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, τον έστειλε να "παραθερίσει" στην πρεσβεία της ουδέτερης Τουρκίας, συμβάλλοντας έτσι (ο Χίτλερ) άθελά του ώστε να πέσει (ο φον Πάπεν) μεταπολεμικά στα μαλακά.
Ότι δεν περνούσε ποτέ από το μυαλό της Γκίλφοϊλ πως μπορεί κάποτε να διοριστεί πρέσβειρα στην Ελλάδα πιστοποιείται και από το γεγονός πως τα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης δεν φειδόταν "επαίνων" για το περήφανο έθνος μας: "τεμπέληδες" μας ανέβαζε, "ανεπρόκοπους" μας κατέβαζε. Δεν πειράζει. Περασμένα ξεχασμένα. Μόλις ανέλαβε το πόστο, ανακάλυψε τις δυσεύρετες "αρετές" μας και, αν κρίνουμε από τις δημόσιες προτεραιότητές της, κατά τους έντεκα μήνες της λυμφατικής θητείας της, θα πρέπει να σχημάτισε την εντύπωση πως πάμε στην εκκλησία το πρωί, παρακολουθούμε αγώνες μπάσκετ το απόγευμα και ξενυχτάμε στα σκυλάδικα μέχρι το επόμενο ξημέρωμα. Προφανώς βρήκε πολύ του γούστου της το "ταμπεραμέντο" μας κι έπεσε με τα μούτρα στο να κάνει αυτό που ήξερε να κάνει καλύτερα, με τις ευλογίες πάντα του Ντόναλντ του Πρεσβύτερου: "μπίζνες".
Οι δικοί μας τερμίτες παρέβλεψαν εν ριπή οφθαλμού τις αισθητικές τους αντιρρήσεις (εάν είχαν ποτέ) και άρχισαν να χορεύουν στο ρυθμό που βαρούσε το νταούλι της. Κόντεψε να ανέβει το σάκχαρο της μεγαλοκοπέλας από τη συνάθροιση τόσων αυλοκολάκων και, κατά συνέπεια, έχασε κάθε μέτρο και φραγμό. Όταν οι "μπίζνες" στράβωσαν κι ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου στη "μητέρα-πατρίδα" της, όπου όλα τα "παστρικά" κόμματα οφείλουν να επιδώσουν διαπιστευτήρια "παρθενίας", απαξάπαντες οι μέχρι τότε "κολλητοί" της Γκίλφοϊλ, από τον κατώτερο έως τον ανώτερο, έσπευσαν να της ψιθυρίσουν συνωμοτικά στο αφτί, όπως ο Χατζηχρήστος στον Βέγγο, στον "Ηλία του 16ου": "Δεν με ξέρεις, δεν σε ξέρω, υποφέρεις κι υποφέρω". Βλέπετε, σε λίγες εβδομάδες από σήμερα –πιθανώς και σε λίγες ημέρες, αν όχι σε λίγες ώρες- το ορθό ερώτημα δεν θα είναι πλέον "ποιος στέκεται δίπλα στην Κίμπερλι Γκίλφοϊλ;", αλλά "ποιος θυμάται την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ;". Τίποτε πιο αποδοτικό από την επιλεκτική απόσβεση μνήμης.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
