Με την έλευση του φθινοπώρου και του χειμώνα, οι λοιμώξεις του αναπνευστικού γίνονται όλο και πιο συχνές. Το κρυολόγημα και η γρίπη είναι οι συνηθέστερες ασθένειες αυτή την περίοδο, ενώ αρκετές φορές συγχέονται, καθώς παρουσιάζουν παρόμοια συμπτώματα. Παρότι και οι δύο οφείλονται σε ιούς, δεν πρόκειται για την ίδια νόσο. Διαφέρουν ως προς τον τρόπο εμφάνισης, την ένταση των συμπτωμάτων, αλλά και τις πιθανές επιπτώσεις.
Το κοινό κρυολόγημα αποτελεί μία από τις πιο συχνές ιογενείς λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος. Μπορεί να προκληθεί από περισσότερους από 200 διαφορετικούς ιούς, με τους ρινοϊούς να αποτελούν τη συνηθέστερη αιτία. Η μετάδοσή του γίνεται κυρίως μέσω των σταγονιδίων που απελευθερώνονται όταν ένα άτομο βήχει ή φτερνίζεται, αλλά και μέσω της επαφής με μολυσμένα χέρια ή επιφάνειες.
Σε αντίθεση με τη γρίπη, το κρυολόγημα εμφανίζεται συνήθως σταδιακά. Τα πρώτα σημάδια είναι συχνά ένα γαργάλημα στο λαιμό, φτέρνισμα ή καταρροή, ενώ στη συνέχεια μπορεί να εμφανιστούν ρινική συμφόρηση, βήχας, ήπιος πονοκέφαλος και αίσθημα κόπωσης. Ο πυρετός, όταν υπάρχει, είναι συνήθως χαμηλός, ενώ οι μυϊκοί πόνοι δεν είναι τόσο έντονοι.
Τα συμπτώματα φτάνουν συνήθως στη μεγαλύτερη έντασή τους μέσα στις πρώτες ημέρες και υποχωρούν σταδιακά, με τους περισσότερους ανθρώπους να αισθάνονται καλύτερα μέσα σε περίπου μία εβδομάδα. Ωστόσο, ο βήχας ή η ρινική καταρροή μπορεί να παραμείνουν για μεγαλύτερο διάστημα.
Δεν υπάρχει συγκεκριμένο φάρμακο που να εξαλείφει τους ιούς που προκαλούν το κοινό κρυολόγημα. Η αντιμετώπιση επικεντρώνεται κυρίως στην ανακούφιση των συμπτωμάτων και στην υποστήριξη του οργανισμού μέχρι να αντιμετωπίσει τη λοίμωξη. Η ξεκούραση, ο επαρκής ύπνος και η κατανάλωση αρκετών υγρών μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά. Παράλληλα, η χρήση φυσιολογικού ορού μπορεί να ανακουφίσει από τη ρινική συμφόρηση, ενώ κατάλληλα μη συνταγογραφούμενα φάρμακα μπορούν να χρησιμοποιηθούν, εφόσον χρειάζεται, για την αντιμετώπιση του πόνου, του πυρετού ή του βήχα.
Γρίπη: Όταν τα συμπτώματα είναι πιο έντονα
Η γρίπη είναι μια οξεία και ιδιαίτερα μεταδοτική λοίμωξη του αναπνευστικού, η οποία προκαλείται κυρίως από τους ιούς της γρίπης τύπου Α και Β. Η κυκλοφορία της αυξάνεται κατά τους χειμερινούς μήνες.
Η μετάδοση γίνεται κυρίως μέσω των αναπνευστικών σταγονιδίων που διασπείρονται στον αέρα όταν ένα άτομο που νοσεί μιλάει, βήχει ή φτερνίζεται. Για τον λόγο αυτό, η γρίπη μπορεί να εξαπλωθεί γρήγορα, ιδιαίτερα σε χώρους όπου συγκεντρώνονται πολλά άτομα.
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν από το κοινό κρυολόγημα είναι η απότομη έναρξη των συμπτωμάτων. Συχνά, μέσα σε λίγες ώρες, το άτομο μπορεί να εμφανίσει υψηλό πυρετό, ρίγος, έντονο πονοκέφαλο, μυϊκούς και αρθρικούς πόνους, καθώς και μεγάλη αίσθηση εξάντλησης. Μπορεί επίσης να παρουσιαστούν βήχας, πονόλαιμος και καταρροή. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως στα παιδιά, είναι πιθανό να εμφανιστούν και γαστρεντερικές ενοχλήσεις, όπως διάρροια.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα συμπτώματα διαρκούν περίπου πέντε έως επτά ημέρες. Παρόλα αυτά, η αδυναμία και η κόπωση μπορεί να συνεχιστούν ακόμη και μετά την υποχώρηση του πυρετού και των υπόλοιπων ενοχλήσεων.
Η αντιμετώπιση της γρίπης περιλαμβάνει ξεκούραση, καλή ενυδάτωση και, όταν είναι απαραίτητο, φάρμακα για τον έλεγχο του πυρετού και την ανακούφιση από τους πόνους. Σε ορισμένους ασθενείς, ο γιατρός μπορεί να κρίνει απαραίτητη τη χορήγηση αντιιικής θεραπείας. Τα συγκεκριμένα φάρμακα μπορούν να περιορίσουν τη διάρκεια και τη σοβαρότητα της νόσου, ιδιαίτερα όταν χορηγούνται μέσα στις πρώτες 48 ώρες από την εμφάνιση των συμπτωμάτων. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα αντιβιοτικά δεν αντιμετωπίζουν τη γρίπη, καθώς δρουν κατά των βακτηρίων και όχι των ιών.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η λοίμωξη μπορεί να οδηγήσει σε πνευμονία, βρογχίτιδα, ιγμορίτιδα ή ωτίτιδα. Μπορεί επίσης να επιδεινώσει ήδη υπάρχουσες παθήσεις, όπως το άσθμα, ο σακχαρώδης διαβήτης και τα καρδιαγγειακά νοσήματα.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν ο ασθενής παρουσιάζει δυσκολία στην αναπνοή, πόνο ή πίεση στο στήθος, επίμονο πυρετό ή βήχα που επιδεινώνεται. Αυτά τα συμπτώματα χρειάζονται ιατρική αξιολόγηση, καθώς ενδέχεται να υποδηλώνουν την εμφάνιση κάποιας επιπλοκής.
Κρυολόγημα, γρίπη ή COVID-19;
Ένα ακόμη στοιχείο που δυσκολεύει τη διάκριση μεταξύ των λοιμώξεων του αναπνευστικού είναι ότι αρκετά από τα συμπτώματά τους μοιάζουν μεταξύ τους. Η γρίπη και η COVID-19, για παράδειγμα, μπορεί να προκαλέσουν πυρετό, βήχα, κόπωση, πονόλαιμο και μυϊκούς πόνους. Επομένως, δεν είναι πάντα δυνατό να προσδιορίσουμε από τα συμπτώματα και μόνο ποιος ιός ευθύνεται για την αδιαθεσία μας.
Όταν υπάρχει υποψία γρίπης ή COVID-19, ο κατάλληλος διαγνωστικός έλεγχος μπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση της λοίμωξης και στην επιλογή της κατάλληλης αντιμετώπισης.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr

