Η απώλεια βάρους κατά την πέμπτη δεκαετία της ζωής, ακόμη και αν είναι μικρή, μπορεί να συμβάλει στην προστασία της καρδιαγγειακής υγείας στα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με νέα επιστημονική έρευνα.
Ειδικότερα, οι ενήλικες που έχασαν βάρος στις αρχές της δεκαετίας των 50 παρουσίασαν, μέχρι την ηλικία των 62 ετών, παρόμοια πορεία σε σημαντικούς δείκτες υγείας, όπως η αρτηριακή πίεση, η "καλή" χοληστερόλη (HDL) και τα επίπεδα φλεγμονής, με εκείνους που διατήρησαν ένα υγιές σωματικό βάρος. Αυτό διαπιστώνει μελέτη ερευνητών από το University College London και το Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης. Αντίθετα, όσοι πήραν βάρος στις αρχές της δεκαετίας των 50 παρουσίασαν ταχύτερη επιδείνωση των ίδιων δεικτών μέχρι τις αρχές της δεκαετίας των 60.
Η επικεφαλής της έρευνας, Charis Bridger-Staatz, PhD, ανώτερη ερευνήτρια στο University College London, υπογράμμισε σε συνέντευξή της στο Healthline ότι το βασικό μήνυμα για τους ανθρώπους άνω των 50 ετών είναι πως "ποτέ δεν είναι αργά να προσπαθήσουμε να υιοθετήσουμε συνήθειες που μπορούν να βελτιώσουν την υγεία μας". Όπως εξηγεί, οι περισσότεροι άνθρωποι τείνουν να παίρνουν βάρος καθώς μεγαλώνουν.
Βασικός στόχος των ερευνητών ήταν να διερευνήσουν πόσοι άνθρωποι κατάφεραν να χάσουν βάρος και να διατηρήσουν αυτή την απώλεια πριν από την ευρεία διάθεση των φαρμάκων απώλειας βάρους που δρουν μέσω των υποδοχέων GLP-1. Παράλληλα, θέλησαν να εξετάσουν κατά πόσο η απώλεια βάρους είχε θετική επίδραση στην υγεία τους μακροπρόθεσμα.
Για πολλά χρόνια, όπως αναφέρει η επικεφαλής της έρευνας, επικρατούσε η αντίληψη ότι όταν κάποιος αποκτούσε περιττό βάρος ή εμφάνιζε παχυσαρκία, ήταν δύσκολο να χάσει βάρος και ακόμη δυσκολότερο να διατηρήσει την απώλειά του.
Οι ερευνητές θέλησαν, επίσης, να αναδείξουν μια πιο αισιόδοξη πλευρά του ζητήματος: ότι η βελτίωση της υγείας είναι εφικτή και ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε την πάροδο της ηλικίας ή την αύξηση του βάρους ως μια αναπόφευκτη πορεία προς την επιδείνωση της υγείας.

Για τις ανάγκες της μελέτης αξιοποιήθηκαν στοιχεία από τη βρετανική έρευνα National Child Development Study του 1958, η οποία παρακολουθεί περίπου 17.500 άτομα που γεννήθηκαν μέσα σε μία συγκεκριμένη εβδομάδα του 1958. Από αυτούς, 6.309 συμμετείχαν σε ιατρικό έλεγχο στις αρχές της δεκαετίας των 60 ετών.
Οι ερευνητές συνέκριναν το υψηλότερο σωματικό βάρος που είχε καταγράψει κάθε συμμετέχων μεταξύ 23 και 42 ετών με το βάρος του στην ηλικία των 50 έως 55 ετών. Στη συνέχεια, οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε ομάδες, ανάλογα με το αν είχαν παρουσιάσει αύξηση ή μείωση του σωματικού τους βάρους μεγαλύτερη από 5% και αν είχαν καταφέρει να διατηρήσουν αυτή τη μεταβολή. Για να γίνει πιο κατανοητό το μέγεθος αυτής της αλλαγής, σε ένα άτομο που ζυγίζει 90 κιλά, απώλεια βάρους κατά 5% αντιστοιχεί σε περίπου 4,5 κιλά.
Για την αξιολόγηση της καρδιαγγειακής υγείας, οι επιστήμονες εξέτασαν αιματολογικές εξετάσεις και μετρήσεις αρτηριακής πίεσης στην ηλικία των 44 και των 62 ετών, συγκρίνοντας τα αποτελέσματα με εκείνα ατόμων που διατηρούσαν ένα υγιές σωματικό βάρος.
"Γνωρίζουμε ότι η καρδιαγγειακή υγεία όλων των ανθρώπων τείνει να επιδεινώνεται σε κάποιο βαθμό με την πάροδο του χρόνου, καθώς η γήρανση αποτελεί μια φυσιολογική διαδικασία", εξηγεί η Bridger-Staatz. Το βασικό ερώτημα, όπως σημειώνει, ήταν αν η απώλεια βάρους μπορεί να επιβραδύνει τον ρυθμό αυτής της επιδείνωσης.
Μπορεί η απώλεια βάρους μετά τα 50 να ωφελήσει την καρδιά;
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η απώλεια βάρους φάνηκε να επιβραδύνει την επιδείνωση της καρδιαγγειακής υγείας τόσο στα άτομα που ήταν υπέρβαρα όσο και σε εκείνα που είχαν παχυσαρκία.
Τα πιο ενθαρρυντικά αποτελέσματα καταγράφηκαν στους συμμετέχοντες που ήταν υπέρβαροι και κατάφεραν να χάσουν βάρος. Μέχρι την ηλικία των 62 ετών, η αναλογία λιπώδους προς άλιπο ιστό του σώματός τους είχε εξισωθεί με εκείνη των ατόμων που διατηρούσαν ένα υγιές σωματικό βάρος.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι διαφορές στην ποσότητα του σωματικού λίπους ενδέχεται να εξηγούν, τουλάχιστον εν μέρει, γιατί οι μεταβολές του βάρους επηρέασαν την καρδιαγγειακή υγεία. Παράλληλα, τα άτομα με παχυσαρκία που έχασαν βάρος είχαν, στην ηλικία των 62 ετών, μικρότερη ποσότητα σωματικού λίπους σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες των υπολοίπων ομάδων με παχυσαρκία.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr


