Μόλις πριν από λίγους μήνες, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εμφανιζόμενος βέβαιος για την έκβαση της σύγκρουσης με την Τεχεράνη, είχε δηλώσει ότι "δεν θα υπάρξει καμία συμφωνία με το Ιράν εκτός από άνευ όρων παράδοση".
Ωστόσο, όταν την Τετάρτη δημοσιοποιήθηκε το τελικό κείμενο της συμφωνίας για την αποκλιμάκωση της κρίσης και διαβάστηκε δημόσια από ανώτερο κυβερνητικό αξιωματούχο, δεν παρουσίαζε κανένα στοιχείο συνθηκολόγησης, αναφέρουν οι New York Times.
Αντιθέτως, σύμφωνα με το δημοσίευμα, κάθε τμήμα του εγγράφου συνοδευόταν από επεξηγήσεις και υπεράσπιση, ενώ το συνολικό αποτέλεσμα έδειχνε μια διαφορετική εικόνα ισορροπιών: το Ιράν, παρά τη σύγκρουση με μια υπερδύναμη, εμφανιζόταν όχι ηττημένο αλλά σε θέση να αξιοποιήσει διπλωματικά τα αποτελέσματα.
Η συμφωνία ξεκινά με την πρόβλεψη για επανεκκίνηση της δυνατότητας της Τεχεράνης να αντλεί έσοδα δισεκατομμυρίων δολαρίων από τις εξαγωγές πετρελαίου, την ώρα που οι διαπραγματεύσεις για ένα πιο εκτενές πλαίσιο συνεχίζονται. Το επόμενο στάδιο αφορά ένα πιο μακροπρόθεσμο κείμενο, το οποίο, σύμφωνα με τον Τραμπ, θα μπορούσε να "σταματήσει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν για τα επόμενα 15 ή 20 χρόνια".
Για έναν πρόεδρο που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη διαπραγματευτική ισχύ, η εξέλιξη αυτή προκαλεί ερωτήματα. Παράλληλα, η διατύπωση του Μνημονίου Κατανόησης αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο το Ιράν να διαμορφώσει έναν μόνιμο μηχανισμό άσκησης κυριαρχίας στα Στενά του Ορμούζ. Η προοπτική αυτή φαίνεται να συγκρούεται με τις θέσεις του Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος είχε δηλώσει πρόσφατα ότι κάθε απόκλιση από την ελεύθερη ναυσιπλοΐα "είναι μη αποδεκτή" και "δεν μπορεί να συμβεί".

Το ίδιο μνημόνιο, που υπεγράφη από τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Ιρανό πρόεδρο, προβλέπει επίσης σταδιακή αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων, που παραμένουν δεσμευμένα για χρόνια. Ο Τραμπ υποστηρίζει ότι η διαδικασία αυτή θα εξαρτηθεί από "καλή συμπεριφορά" της Τεχεράνης, αν και επικριτές επισημαίνουν ότι στην πράξη πρόκειται για αντίστοιχη παραχώρηση με εκείνη που είχε γίνει το 2015 από την κυβέρνηση Ομπάμα, την οποία ο ίδιος είχε απορρίψει έντονα.
Παρά τις στρατιωτικές επιτυχίες που επικαλείται η Ουάσιγκτον, όπως η καταστροφή ναυτικών και αεροπορικών δυνατοτήτων του Ιράν και η πλήξη κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών, ο ίδιος ο Τραμπ έχει ξεκαθαρίσει ότι οι επιχειρήσεις αυτές δεν αποτελούσαν τον τελικό στόχο.
Όπως είχε δηλώσει στην έναρξη της προεκλογικής του εκστρατείας, η επιδίωξή του ήταν η πλήρης εξάλειψη των πυρηνικών και πυραυλικών προγραμμάτων της Τεχεράνης, η αλλαγή καθεστώτος και – όπως είχε αφήσει να εννοηθεί – ακόμη και η αμερικανική επιρροή ή έλεγχος στον πετρελαϊκό τομέα του Ιράν.
Σήμερα, όπως σημειώνεται, το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης συνεχίζει τη διακυβέρνησή του χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς, με τη συμφωνία να του δίνει σημαντικό περιθώριο χρόνου και πολιτικής σταθερότητας, παρά τις διεθνείς επικρίσεις για καταστολή και παραβιάσεις δικαιωμάτων.
Ο φόβος Τραμπ που επιτάχυνε τη συμφωνία ΗΠΑ - Ιράν
Ο Ντόναλντ Τραμπ εξήγησε δημόσια τον λόγο για τον οποίο επιτάχυνε την επίτευξη συμφωνίας, αναφερόμενος στον Χέρμπερτ Χούβερ, τον πρόεδρο που βρέθηκε στην εξουσία όταν ξέσπασε η Μεγάλη Ύφεση του 1929.
Όπως δήλωσε σε δημοσιογράφους στην Εβιάν της Γαλλίας: "Ήταν πάντα ο πρόεδρος που δεν ήθελα να μοιάσω. Δεν ήθελα να δω οικονομική καταστροφή".
Παράλληλα, παραδέχθηκε ότι μια συνέχιση της σύγκρουσης θα οδηγούσε σε εξάντληση των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου.
Σύμφωνα με αναλύσεις, αυτό το σενάριο ενεργειακής και οικονομικής ασφυξίας αποτέλεσε βασικό διαπραγματευτικό εργαλείο της Τεχεράνης.
Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, το Ιράν προχώρησε στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και πραγματοποίησε επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές στον Περσικό Κόλπο. Όπως σημειώνεται, η στρατηγική αυτή φαίνεται να είχε ουσιαστικό αντίκτυπο.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η επόμενη φάση θα είναι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις, καθώς το Ιράν έχει ιστορικό πολύπλοκων και χρονοβόρων συνομιλιών, όπου επαναπροσδιορίζει όρους και δημιουργεί νέα εμπόδια, ακόμη και σε έννοιες όπως η "πυρηνική έρευνα".
Στις συνομιλίες κεντρικό ρόλο διατηρεί ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, με εμπειρία σε προηγούμενους γύρους διαπραγματεύσεων.
Ο πρώην ΥΠΕΞ Άντονι Μπλίνκεν σχολίασε ότι το βασικό αποτέλεσμα της εκεχειρίας είναι το ξανάνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, προσθέτοντας: "Και τώρα ουσιαστικά πληρώνουμε το Ιράν για να το κάνει".
Αντίστοιχα, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μπιλ Κάσιντι χαρακτήρισε την εξέλιξη "το χειρότερο λάθος αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών".
Τα πυρηνικά του Ιράν
Η ανησυχία της διεθνούς κοινότητας επικεντρώνεται πλέον στο ενδεχόμενο μελλοντικών κινήσεων της Τεχεράνης στο πυρηνικό πεδίο. Για πάνω από δύο δεκαετίες, το Ιράν βρισκόταν κοντά στην απόκτηση πυρηνικού όπλου χωρίς να προχωρά στην τελική φάση.
Ωστόσο, μετά από στρατιωτικές ενέργειες και πιέσεις, αναλυτές δεν αποκλείουν αλλαγή στρατηγικής εκ μέρους της ιρανικής ηγεσίας.
Το παράδειγμα της Βόρειας Κορέας συχνά αναφέρεται ως σημείο σύγκρισης, καθώς η Πιονγκγιάνγκ διαθέτει πλέον σημαντικό πυρηνικό οπλοστάσιο, ενώ – όπως επισημαίνεται – ο Τραμπ δεν ασκεί πλέον αντίστοιχη πίεση.
Παρά τις αντιδράσεις, ο Αμερικανός πρόεδρος υπερασπίζεται τη συμφωνία, δηλώνοντας: "Ό,τι χρειαστεί. Επί 47 χρόνια κανείς δεν μπόρεσε να το κάνει. Εμείς το κάναμε. Το κάναμε με τον σωστό τρόπο". Προειδοποίησε επίσης ότι "αν η συμφωνία δεν κρατήσει, θα επιστρέψουμε στους βομβαρδισμούς".
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr

