"Οι βάρβαροι ήταν μια κάποια λύσις". Σήμερα, η φράση του Καβάφη λειτουργεί περισσότερο ως πολιτική προειδοποίηση. Η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία παράγεται πλέον εκ των έσω. Ζούμε στο interregnum του Gramsci:
"Το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί — και σε αυτό το μεσοδιάστημα εμφανίζονται νοσηρά φαινόμενα". Ο Orbán υπήρξε το πιο συνεκτικό ευρωπαϊκό παράδειγμα "ανελεύθερης δημοκρατίας" (illiberal democracy): ένα σύστημα που δεν καταργεί τους δημοκρατικούς θεσμούς — τους αναδιατάσσει, περιορίζοντας ελέγχους και μετατρέποντας τις εκλογές σε μηχανισμό αναπαραγωγής εξουσίας.
Το όριο αυτού του μοντέλου αποδείχθηκε τελικά οικονομικό. Η επιβράδυνση της οικονομίας αποκάλυψε θεσμικές αδυναμίες, φθορά εξουσίας και διάχυτη αντίληψη διαφθοράς. Ακόμη και μετά την εκλογική ήττα του Orbán, παραλλαγές του ίδιου πολιτικού μοντέλου αναδύονται αλλού. Στη Βουλγαρία, η ενίσχυση του εθνικιστικού και φιλορωσικού Vazrazhdane συμπίπτει με την αυξανόμενη επιρροή του αντισυστημικού λόγου γύρω από τον Radev. Η οικονομία έχει μετατραπεί στο litmus test της πολιτικής νομιμοποίησης. Έρευνες δείχνουν ότι οικονομίες υπό λαϊκιστικές διακυβερνήσεις καταγράφουν έως και 10% χαμηλότερο ΑΕΠ λόγω χαμηλότερων επενδύσεων και θεσμικής αξιοπιστίας.
Στην Ευρώπη, ο λαϊκισμός δεν ανεβαίνει απλώς — ενσωματώνεται και αναδιαμορφώνει τη δημοκρατία. Στην Ιταλία, η Meloni απέδειξε ότι η ακροδεξιά μπορεί να κυβερνά χωρίς να εμφανίζεται ως ρήξη. Στη Γαλλία, το Rassemblement National αποτελεί βασικό διεκδικητή εξουσίας, ενώ στη Γερμανία, το AfD ξεπερνά το 20%, αντλώντας πλέον ψηφοφόρους ακόμη και από παραδοσιακές δεξαμενές του SPD. Η μεγαλύτερη επιτυχία του λαϊκισμού δεν είναι η άνοδός του — είναι η μετατόπιση του πολιτικού κέντρου. Θέσεις που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ακραίες έχουν πλέον ενσωματωθεί τόσο στον δημόσιο διάλογο όσο και στην άσκηση πολιτικής — από τη σκλήρυνση της μεταναστευτικής πολιτικής και των συνόρων έως τον οικονομικό προστατευτισμό και την αυξανόμενη ανοχή απέναντι σε μορφές "ανελεύθερης” διακυβέρνησης.
Δεν είναι τα ακροδεξιά κόμματα που πλησιάζουν το κέντρο — το κέντρο μετακινείται προς αυτά. Αυτό εκτυλίσσεται μέσα σε μια νέα "τριπλή κρίση" (trifecta shock): γεωπολιτική ένταση, ενεργειακή αστάθεια, επιβράδυνση της ανάπτυξης με χαρακτηριστικά στασιμοπληθωρισμού.
Σε αυτά προστίθενται η αύξηση ιδιωτικού και δημόσιου χρέους και η υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου στην ΤΝ — δυναμικές που θυμίζουν τις δυναμικές του 2000 και του 2008. Η ΤΝ μετατρέπει την πολιτική σε αγώνα ελέγχου της πληροφορίας και της ερμηνείας. Οι μεταπολεμικοί θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν, αλλά δεν πείθουν πια. Από την Ουάσιγκτον έως τη Σόφια — και από τη Ρώμη έως το Μπουένος Άιρες — ο λαϊκισμός δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση αλλά νέα κανονικότητα: ένα παγκόσμιο συνονθύλευμα ετερόκλητων μορφών εξουσίας με κοινή αρχιτεκτονική — συγκέντρωση ισχύος, πόλωση και θεσμική διάβρωση. Η νέα αυτή φάση δεν είναι αντισυστημική, αλλά μετα-συστημική: δεν επιδιώκει να καταστρέψει το σύστημα, αλλά την ανακατάληψή του. Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η οικονομία επέστρεψε σε τροχιά ανάπτυξης, ανέκτησε επενδυτική βαθμίδα και μείωσε το δημόσιο χρέος κατά 63 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε πέντε χρόνια. Ωστόσο, η εντυπωσιακή μακροοικονομική προσαρμογή δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη θεσμική εμπιστοσύνη. Τα Τέμπη, οι υποκλοπές και ο ΟΠΕΚΕΠΕ ενίσχυσαν την αίσθηση πελατειακού κράτους, ατιμωρησίας και κρίσης εμπιστοσύνης. Το κόστος ζωής παραμένει υψηλό, οι τιμές στέγασης αυξήθηκαν άνω του 30%, ενώ μόλις το 19%–22% δηλώνει ικανοποιημένο από τη δημοκρατία και έως 80% εκφράζει δυσαρέσκεια – από τα υψηλότερα ποσοστά παγκοσμίως. Περίπου 89% θεωρεί το πολιτικό σύστημα διεφθαρμένο.
Η μακροοικονομική σταθεροποίηση άνευ της ύπαρξης εμπιστοσύνης δημιουργεί ευαλωτότητα. Το ερώτημα δεν είναι εάν ο λαϊκισμός θα επιστρέψει, αλλά εάν η δημοκρατία μπορεί να αποδώσει πριν αυτός επανέλθει. Όπως είχε προειδοποιήσει ο John Adams: "η δημοκρατία δεν καταρρέει από εξωτερικούς εχθρούς — αλλά από τη δική της αδυναμία να προστατεύσει τον εαυτό της".
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Δεν απαιτούνται πελατειακά επιδόματα αλλά διαρθρωτικές παρεμβάσεις: Ενίσχυση πραγματικών εισοδημάτων, επιτάχυνση δικαιοσύνης, επενδύσεις σε upskilling, reskilling και τεχνολογική προσαρμογή, ώστε η ψηφιακή μετάβαση να μη μετατραπεί σε νέο παράγοντα κοινωνικού αποκλεισμού. Το επόμενο κύμα λαϊκισμού θα είναι πιο πειθαρχημένο, πιο τεχνοκρατικό και πιο ενσωματωμένο. Δεν θα παρουσιαστεί ως ρήξη, αλλά ως αναγκαιότητα. Και αυτό το καθιστά πιο επικίνδυνο από κάθε προηγούμενη εκδοχή του. Σε αυτό το περιβάλλον, οι κοινωνίες δεν αναζητούν λύσεις, αλλά προστάτες. Όχι επειδή πιστεύουν στους λαϊκιστές — αλλά επειδή δεν εμπιστεύονται πλέον το σύστημα.
Και τότε, η δημοκρατία δεν καταλύεται — απλώς παύει σταδιακά να θεωρείται αναγκαία.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr