"Γεια σου Ευρώπη. Σήμερα ψηφίζεις το Έξι: 'Ferto'. Αν θέλεις να δεις τον Παρθενώνα, αν θέλεις σουβλάκι, μουσακά, ούζο, όμορφες ηλιόλουστες παραλίες… Ferto, ferto mou, ferto… Πάμε Ελλάδα!".
Αυτό ήταν το τελευταίο διαδικτυακό βιντεοσκοπημένο μήνυμα προς τους wannabe ψηφοφόρους του που έστειλε ο Ακύλας, ο συμπαθέστατος εκπρόσωπός μας εφέτος στη Γιουροβίζιον. Δεν θα σταθώ στο αν ήταν σαχλό, φτηνό, κιτσάτο ή ιερόσυλο, καθώς συνταίριαζε στην ίδια πρόταση τον Παρθενώνα με τον μουσακά. Προσωπικά, το βρίσκω ειλικρινές κι έντιμο. Απευθύνεται σε εκατομμύρια τουρίστες που βλέπουν (και αντιμετωπίζουν) τους Νεοέλληνες ακριβώς έτσι: ως έναν άλλοτε γουστόζικο και άλλοτε εκνευριστικό μύκητα που έχει προσκολληθεί πάνω σε χορταριασμένες αρχαίες κοτρόνες.
Το μήνυμα του Ακύλα -και προκαταβολικά συγνώμη για τον συνειρμό- μου θύμισε μια σκηνή από την πιο πρόσφατη ταινία του Στράτου Τζίτζη "Έχω κάτι να πω" (2024), όπου μια τσατσά διαφημίζει βαριεστημένα την πραμάτεια του μπουρδέλου της σε ταλαίπωρους αλλοδαπούς φτωχοδιαβόλους: από τα χείλη της γλιστρούν αυτοματοποιημένα χιλιοειπωμένες κοινοτοπίες με τον "κατάλογο υπηρεσιών", προορισμένες να μην ενοχλήσουν άτομα προαποφασισμένα να τις αποδεχτούν και να πληρώσουν για αυτές· το "προκάτ" και το "σικέ" σε όλο τους το μεγαλείο.
Πράγματι. Είμαστε ένας κουρασμένος λαός. Ένας λαός που γερνάει και πεθαίνει ταχύτερα από τον ρυθμό που αναπαράγεται -αδιάψευστος μάρτυρας τα (μη αναστρέψιμα πλέον, αλίμονο) δημογραφικά τεκμήρια. Το μοντέλο που πλασάρουμε στους τουρίστες δεν διαφέρει ούτε κατ’ ελάχιστον από το μοντέλο που πλάσαρε το "Ποτέ την Κυριακή" του Ζιλ Ντασέν το 1960 ή ο καζαντζάκειος "Αλέξης Ζορμπάς" του Μιχάλη Κακογιάννη το 1964: αγαθοί ιθαγενείς με εκλεκτή κουζίνα και ακόμη πιο εκλεκτή μουσική -ακόμη κι όταν η κουζίνα μας ή η μουσική μας δεν είναι πια και τόσο εκλεκτή, αλλά δεν περιμένουμε από τους "κουτόφραγκους" να το πάρουν είδηση. Εν εσχάτη ανάγκη αναμένουμε να μας "ξελασπώνουν" εσαεί ο ήλιος και οι παραλίες μας -μονάχα που κι εδώ, φευ, με την κλιματική αλλαγή, μπορεί ήδη να διαφαίνεται η ημερομηνία λήξεως.
Ανάλογη κόπωση παρατηρούμε και στην πολιτική μας σκηνή. Στο συνέδριο του κυβερνητικού κόμματος που κατέβασε ρολά μόλις χτες, αναμασήθηκε για πολλοστή φορά η ιδέα ότι αυτή η κυβέρνηση και αυτός ο πρωθυπουργός δεν γίνεται να αντικατασταθούν ό,τι και αν κάνουν, ό,τι και αν δεν κάνουν ή (το πιο γκροτέσκο) ό,τι και αν κάνουν αλλά ισχυριστούν πως δεν το έκαναν και κανένας δεν τους υποχρεώσει να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους, ελλείψει βιώσιμης εναλλακτικής κυβερνητικής λύσης -σαν άθλημα όπου τοποθετείς τον πήχη όλο και χαμηλότερα επειδή κάθε επίδοση είναι χειρότερη από την προηγούμενη.
Μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει, διαβάζουμε για νέα κομματικά μορφώματα στον ορίζοντα, είτε με ανακυκλώσιμα παλαιά πολιτικά πρόσωπα είτε με νέα πολιτικά πρόσωπα που ανακυκλώνουν παλαιές πολιτικές ιδέες. Η μυρωδιά του "ξαναζεσταμένου φαγητού" ταλανίζει την όσφρησή μας πολύ πριν πλησιάσουμε στην κουζίνα. Όταν ήμουν εγώ νέος, πριν από μισόν αιώνα, δηλώναμε αυτάρεσκα ότι "γεννηθήκαμε κουρασμένοι και σκοπό στη ζωή μας έχουμε να ξεκουραστούμε". Πού να φαντασθούμε πως, πενήντα χρόνια αργότερα, ό,τι εκλαμβάναμε τότε ως ένα χαριτολόγημα, θα είναι σήμερα η θλιβερή κυριολεξία.
Εντέλει, τι πήγε στραβά με το χαριτωμένο καρτούν που στείλαμε στο φετινό πανηγυράκι; Ενόχλησε μήπως στο μήνυμά του προς τους wannabe ψηφοφόρους η υπερβολική "σιγουριά" ότι αρκεί η γευστική ανάμειξη Παρθενώνα και μουσακά προκειμένου να μας βραβεύουν επί παντός επιστητού εις τον αιώνα τον άπαντα; Μήπως δεν αρέσει πια ο μουσακάς ή μήπως δεν αρέσει πια ο Παρθενώνας; Έχω να προτείνω μια άλλη εξήγηση ή, εάν προτιμάτε, μια άλλη οπτική γωνία. Δεν έχει να κάνει ούτε με τον μουσακά ούτε με τον Παρθενώνα. Έχει να κάνει με την κόπωση. Η κόπωση είναι μεταδοτική. Εάν δεν λάβεις εγκαίρως τα απαραίτητα μέτρα, μπορεί κάλλιστα να μεταδοθεί από τον αποστολέα στον παραλήπτη.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr