"Ξέρετε, κύριε Χωμενίδη, πώς γίνεται ένα μυθιστόρημα επιτυχία στην Ελλάδα;" με είχε ρωτήσει προ εικοσαετίας μια βιβλιοπώλης στην Κηφισιά.
"Δεν υπάρχει συνταγή, κυρία μου".
"Και όμως… Ό,τι και αν γράψει κανείς - από αριστούργημα μέχρι "βίπερ Νόρα”- άπαξ και έχει ως φόντο τη Μικρασιατική Καταστροφή ή τον Εμφύλιο, οι αναγνώστες συγκινούνται. Και οι κριτικοί το αντιμετωπίζουν ευμενώς."
Άρχισε να μου απαριθμεί τίτλους βιβλίων με πρόσφυγες και με αντάρτες. Παραδέχθηκα ότι ένα δίκιο το είχε. Το σκέφτηκα λιγάκι παραπάνω. "Φανταστείτε" της είπα "ένα βιβλίο με μπαγαπόντες πρόσφυγες ή με γκαφατζήδες αντάρτες! Θα το θεωρούσαν ύβρη! Θα εξόργιζε περισσότερο κι από τον χειρότερο λίβελο!".
Τα χρόνια κύλησαν. Φρέσκα φιντάνια εμφανίστηκαν, με πιο ανοιχτούς ορίζοντες. Εξέφρασαν ευαισθησίες και ανησυχίες σύγχρονες, φώτισαν όψεις της ανθρώπινης κατάστασης που επί αιώνες αποσιωπούνταν. Φωνή έδωσαν στις σιωπηλές γυναίκες, στους ερωτικά αλλιώτικους, στους κοινωνικά αποκλεισμένους. Η λογοτεχνία μας εμπλουτίστηκε. Ένα μονάχα δεν άλλαξε: Για να λαμβάνεσαι σοβαρά υπόψιν, πρέπει να είσαι "σοβαρός". Να έχεις στα έργα μα και στην όποια δημόσια παρουσία σου ύφος αν όχι σκυθρωπό, απαρεγκλίτως εμβριθές. Να φοράς στο στήθος το τραύμα σου σαν παράσημο. Το τραύμα συνιστά - όπως με πληροφόρησε τις προάλλες ένας διανοούμενος - προϋπόθεση της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Από αυτό ξεκινούν όλα. Δεν διαπραγματευόμαστε το τραύμα ούτε βεβαίως γελάμε μαζί του.
Ο νους μου πήγε αμέσως στον Εμμανουήλ Ροϊδη, ο οποίος έγραψε πριν από εκατό εξήντα χρόνια ένα ευτράπελο αριστούργημα, που ξεχειλίζει από καυστικό χιούμορ, δεν σπουδαιολογεί, δεν μιζεριάζει ούτε για μια στιγμή. Την "Πάπισσα Ιωάννα". Ήταν τριαντάρης τότε ο Ροϊδης και αντιμετώπισε ομοβροντία πυρών από τους σοφολογιότατους που δεν του συγχωρούσαν το ότι έβγαζε γλώσσα στους πάντες και τα πάντα. Κύλησαν δεκαετίες. Η "Πάπισσα" άντεξε και μπήκε τελικά στον κανόνα της λογοτεχνίας μας.
Δεν έχει μέχρι σήμερα συμβεί το ίδιο με τη "Μαντάμ Σουσού" του Δημήτρη Ψαθά. Κι ας πρόκειται για μια ιδιοφυή και διαχρονική σάτιρα ηθών και καταστάσεων. Και ας διαθέτει η Σουσού χαρακτηριστικά θηλυκού Δον Κιχώτη. Λογίζεται ακόμα ως ευθυμογράφημα, ήτοι δευτέρας τάξεως έργο. Να πω για τον Νίκο Τσιφόρο, τον οξύτερο κοινωνικό παρατηρητή; Κανείς από τους ιστορικούς της καθ’ ημάς λογοτεχνίας δεν θα τον έβαζε πλάι στους συγγραφείς της γενιάς του ’30. Και ας ξεχωρίζει σε έμπνευση και γλαφυρότητα από πολλούς τους. Δεν είχε, βλέπετε, ο Τσιφόρος την απαραίτητη πόζα. Σάρκαζε και τον κόσμο και τον εαυτό του ως το τέλος. Όταν τον επισκέφθηκε ένας φίλος του στο νοσοκομείο και τον ρώτησε τι κάνει, "προπονούμαι για πτώμα!" του απάντησε με πικρό χαμόγελο.
"… Με αρέσουν τα χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία με ευφυή λόγια, το χαμπαγκάρισμα…" γράφει σε ένα σημείωμά του, το 1908, ο Καβάφης. "Αλλά δεν κάνει. Δυσκολεύει τες δουλειές. Διότι ως επί το πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς… Μούτρα σέρια ζωωδώς, πού να αστειευθούν αφού δεν καταλαβαίνουν; Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται. Τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπόψην σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησην…"
Ο αστείος - και ο ευφρόσυνος ακόμα - άνθρωπος εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται επιφυλακτικότατα από την πνευματική νομενκλατούρα μας. Θυμηθείτε τον Μποστ. Με τη "Φαύστα" του έκλεισε το μάτι στον Ιονέσκο, έφερε το ελληνικό θέατρο ανάποδα. Τα χρονογραφήματα-διηγήματά του δυναμίτιζαν κάθε έννοια καθωσπρεπισμού. Στο "Επάγγελμα της Μητρός μου", η μητέρα ανακοινώνει στον πατέρα της οικογένειας ότι θα γίνει πόρνη. Αντί να εκμανεί εκείνος, υποστηρίζει την απόφασή της. Εκπονεί μπίζνες πλαν, της αγοράζει ειδικό κρεββάτι, της εξασφαλίζει πελατεία, την αναγκάζει να συνουσιάζεται ακατάπαυστα επί χρήμασι μέχρι να εξαντληθεί θανάσιμα… Πόσο προφητικότερη αλληγορία θα μπορούσε να γραφτεί για τη διάλυση της Ελλάδας από τον υπερτουρισμό; Μετά τη δημοσίευση του στην "Καθημερινή", η Ελένη Βλάχου απέλυσε τον Μποστ εξαιτίας διαμαρτυριών αγανακτισμένων αναγνωστών.
Έχουν περάσει παραπάνω από εξήντα χρόνια. Κι όμως. Αν παραστήσεις τη ζωή ως φάρσα και όχι ως δράμα. Αν καταδείξεις ότι κινητήριος μοχλός της Ιστορίας δεν είναι μόνο οι κοινωνικές συγκρούσεις αλλά - πρωτίστως ίσως - η ανθρώπινη βλακεία και μικρότητα. Αν επιπλέον, στις μέρες μας, τολμήσεις να σατιρίσεις όχι μόνο το "σύστημα" αλλά και τους αντίποδές του, τις διαφορετικότητες και τις μειονότητες… Θα θεωρηθείς βλάσφημος. Θα καταστείς αποσυνάγωγος.
"Στην τέχνη επικρατεί απόλυτη ελευθερία." Αμ δε! Προνομιούχος παραμένει παρ’ ημίν χώρος για τροχονόμους ιδεών. Για τύπους χολερικούς και μυγιάγγιχτους, που ευλογούν τα γένια των ομοίων τους και κατακεραυνώνουν όποιον δεν έχει ό,τι ακριβώς δεν θα έπρεπε κανείς να έχει: ιερό και όσιο. Διαβάζετε ένα βιβλίο και γελάτε τρανταχτά; Για ένα πράγμα να είστε βέβαιοι. Ότι οι "τα φαιά φορούντες" (για να ξαναθυμηθούμε τον Καβάφη) θα το κρίνουν ανάξιο λόγου.
"Κι εμάς τι μάς νοιάζει;" θα ρωτήσετε. "Εμείς δεν ψάχνουμε κατήχηση αλλά αναγνωστική ηδονή!" Θαυμάσια κάνετε. Σε πείσμα κάθε ακαδημαϊσμού, θα συνεχίσουν να γράφονται απολαυστικά βιβλία. Η φλέβα που χτύπησε ο Ελληνοσύριος μάγος Λουκιανός, τον 2ο μ.Χ. αιώνα, με τους Νεκρικούς και τους Εταιρικούς Διαλόγους του, δεν θα στερέψει ποτέ.
"Λέγε στους θεούς να "σβήσω!” μα λέγε το γελώντας…" έγραφε ο Κώστας Καρυωτάκης. Πράγματι. Προτού σβήσει αυτοβούλως στην Πρέβεζα, είχε σκαρώσει ένα σωρό κασκαρίκες στους "πνευματικούς ανθρώπους" του καιρού του.
Πηγή: capital
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr