Η ιστορία του "θαύματος" της Αντιπάρου δεν ξεκίνησε με ένα επιχειρηματικό σχέδιο, αλλά με μια απλή, προσωπική ανάγκη: να βρεθεί ένα σπίτι αρκετά μεγάλο για να χωράει μια οικογένεια τεσσάρων αδερφιών και των φίλων τους.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο Ιάσωνας Τσάκωνας είχε μόλις επιστρέψει από το Μπακού του Αζερμπαϊτζάν με κάποιες οικονομίες και έναν στόχο: να χτίσει το δικό του σπίτι στις Κυκλάδες. Η αναζήτηση ξεκίνησε από τη Μύκονο, πέρασε από τα Κουφονήσια και κατέληξε, σχεδόν τυχαία, στην Αντίπαρο —ένα νησί που τότε βρισκόταν εκτός ραντάρ του τουρισμού υψηλού επιπέδου.
Η πρώτη επαφή δεν ήταν καθόλου ενθουσιώδης. Μια δυσάρεστη γευστική εμπειρία και μια αίσθηση αμηχανίας ανάμεσα σε ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας τον οδήγησαν στο λιμάνι, όπου ένας τοπικός μεσίτης του έδειξε την κορυφή ενός λόφου με θέα στο ηλιοβασίλεμα. Εκεί χτίστηκε αργότερα ο "Κρατήρας", το σπίτι που έμελλε να γίνει η ναυαρχίδα της οικιστικής ανάπτυξης του νησιού, έργο της αρχιτεκτονικής ομάδας Deca architecture στα Πηγαδάκια.
Η επιλογή της Αντιπάρου δεν ήταν τυχαία σε βάθος χρόνου. Ο Τσάκωνας, λάτρης της θάλασσας και της ιστιοπλοΐας από παιδί, βρήκε σε ένα μικρό νησί στο κέντρο των Κυκλάδων μια ιδανική βάση για σκάφη, μια κουλτούρα ακόμη "μποέμ" γύρω από το κάμπινγκ και το kite surfing, και κυρίως μεγάλες, ανεκμετάλλευτες εκτάσεις σε προσιτές τιμές, καθώς το μισό νησί καλύπτεται από δάσος και δεν διέθετε ανεπτυγμένο οδικό δίκτυο.
Η γέννηση μιας τυπολογίας
Από αυτή την προσωπική ανάγκη γεννήθηκε σταδιακά μια ολόκληρη σχεδιαστική φιλοσοφία, που ο ίδιος ονόμασε "σύγχρονη κυκλαδική αρχιτεκτονική": μεγάλα σπίτια έξι με εφτά υπνοδωματίων, συν τους χώρους προσωπικού, σε εκτάσεις 650-700 τετραγωνικών μέτρων πάνω σε οικόπεδα είκοσι στρεμμάτων. Η ομάδα που συγκροτήθηκε τότε —η Τάνια Ντικτάση, τότε συνεργάτης του Ρέντζο Πιάνο στο Παρίσι, οι Αλέξανδρος Βαΐτσης και Carlos Loperena των Deca architecture, καθώς και ο αρχιτέκτονας, γνωστός και για τα "iconic” landscapes που συνθέτει με το γραφείο doxiadis+, Θωμάς Δοξιάδης, ξεκίνησε να σχεδιάζει τα πρώτα εφτά σπίτια στα τέλη της δεκαετίας, με διάθεση περισσότερο παρέας παρά επαγγελματικής επιχείρησης.
Αυτό που ξεκίνησε ως μια ιδέα για να έρθουν φίλοι στο νησί, εξελίχθηκε μέσα σε δύο δεκαετίες, ακόμη και μέσα στα χρόνια της ελληνικής οικονομικής κρίσης, σε ένα από τα πιο επιτυχημένα μοντέλα οικιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα: σήμερα η Oliaros μετρά περίπου 54 σπίτια σε έκταση 1.300 στρεμμάτων, ενώ έχει προχωρήσει και σε υποδομές για το νησί, όπως η σύνδεση της Αντιπάρου με δίκτυο Fiber to the Home σε συνεργασία με την Cosmote. Ανάμεσα στα έργα ξεχωρίζει και το "Beach House" στο Απάντημα, που λειτουργεί ταυτόχρονα ως εστιατόριο και ξενοδοχείο.
Για τον Τσάκωνα, η "ποιοτική αρχιτεκτονική" δεν είναι ζήτημα εντυπωσιασμού αλλά ένταξης: σεβασμός στο τοπίο, χρήση τοπικών υλικών όπως η πέτρα και το μάρμαρο, προσοχή στα φυσικά φαινόμενα, τον βοριά, τον ήλιο και, πάνω απ' όλα, τη δημιουργία της "σωστής ενέργειας" μέσα σε ένα σπίτι. Αυτή η φιλοσοφία έχει προσελκύσει και διάσημους ιδιοκτήτες, όπως ο Τομ Χανκς, χωρίς όμως το νησί να χάσει τη διακριτικότητά του — μια ισορροπία που ο ίδιος αποδίδει στην κουλτούρα φιλοξενίας που έχει καλλιεργηθεί τόσο από την εταιρεία όσο και από την τοπική κοινωνία.








Το Ridge House: ενταγμένο στο τοπίο
Αν ο "Κρατήρας" υπήρξε το σημείο εκκίνησης, το Ridge House αποτελεί ίσως το πιο ώριμο παράδειγμα αυτής της φιλοσοφίας δύο δεκαετίες αργότερα. Παραδομένο το 2022, σχεδιασμένο από το αρχιτεκτονικό γραφείο Area σε συνεργασία με τη Doxiadis+ για το landscape architecture, το σπίτι των 700 τ.μ. βρίσκεται στη δυτική, απομονωμένη πλευρά του νησιού, προσβάσιμο μόνο μέσω χωματόδρομου.
Το χαρακτηριστικό του δεν είναι η θέαση, αλλά η αφάνεια. Χτισμένο πάνω σε μια φυσική ράχη του εδάφους ανάμεσα σε πέντε οικόπεδα, το Ridge House παραμένει σχεδόν αόρατο από τον δρόμο, τους γείτονες και τη θάλασσα· μόνο από ψηλά αποκαλύπτεται η πραγματική έκταση του σχεδιασμού του. Ένας μακρύς, καμπυλωτός τοίχος αντιστήριξης από τοπική πέτρα λειτουργεί ως "σπονδυλική στήλη" του κτηρίου, ενσωματώνοντας υπόγειους χώρους φιλοξενίας κάτω από φυτεμένες οροφές που συγχωνεύονται με το τοπίο.
Το πιο αναγνωρίσιμο στοιχείο του σχεδιασμού είναι μια σειρά από προβόλους με ανεστραμμένα δοκάρια που σχηματίζουν μια αιωρούμενη περγκόλα, σε συνδυασμό με ανοίγματα floor-to-ceiling που διαλύουν τα όρια ανάμεσα σε εσωτερικό και εξωτερικό χώρο. Κάτω από αυτή τη δομή, οι κύριοι χώροι της κατοικίας αναπτύσσονται σαν ένα "αρχιπέλαγος" διάσπαρτων όγκων, παραπέμποντας στις παραλλαγές της παραδοσιακής κυκλαδίτικης αρχιτεκτονικής.
Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Τσάκωνας, οι Γάλλοι ιδιοκτήτες του σπιτιού το επισκέπτονται όλο τον χρόνο, απολαμβάνοντας μια εμπειρία διαμονής σπάνια για τα διεθνή δεδομένα: η απομόνωση του τόπου συνδυάζεται με υψηλή συνδεσιμότητα, επιτρέποντάς τους να δουλεύουν από οπουδήποτε χωρίς να θυσιάζουν την επαφή με τη φύση.
Το Ridge House συμπυκνώνει έτσι σε ένα έργο όλη τη διαδρομή του "θαύματος" της Αντιπάρου: από την προσωπική αναζήτηση ενός νεαρού άνδρα για ένα σπίτι στις Κυκλάδες, έως μια ώριμη αρχιτεκτονική γλώσσα που θεωρεί ότι η αληθινή πολυτέλεια δεν είναι η επιβολή, αλλά η αίσθηση ότι ανήκεις εκεί που βρίσκεσαι μια φιλοσοφία που η Oliaros μελετά πλέον να μεταφέρει και σε άλλες περιοχές, όπως η Σίφνος, η Κέρκυρα και το κέντρο της Αθήνας.
Φωτογραφίες: Ed Reeve
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr