Για τις καταναλωτικές συνήθειες των Ελλήνων, τα ζητήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας τροφίμων και τις διεθνείς τάσεις μιλάει ο Πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΠΣΕ), Αλκιβιάδης Καλαμπόκης, στο πλαίσιο του αφιερώματος Food Matters.
Για τις καταναλωτικές τάσεις των Ελλήνων και το πως έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια επισημαίνει πως πλέουν παρατηρείται μία στροφή προς την ποιότητα και τη διαφάνεια, ενώ για την εφοδιαστικη αλυσίδα σχολιάζει ότι τελεί υπό μία διαρκή πίεση λόγω μιας αλληλουχίας κρίσεων, όπως πανδημία, ενεργειακό κόστος, πληθωρισμός και γεωπολιτικές εντάσεις.
Για το διεθνές περιβάλλον αναφέρει πως το ESG, η βιωσιμότητα, η ιχνηλασιμότητα, οι νέοι κανόνες για τις συσκευασίες και το αποτύπωμα άνθρακα αλλάζουν το πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Για τις εξαγωγές τονίζει πως η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει περιθώριο να αυξήσει την εξαγωγική της ένταση και θεωρεί πως οι μεγαλύτερες ευκαιρίες είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ, αλλά σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και η Νοτιοανατολική Ασία,η Μέση Ανατολή, η Αφρική και η Λατινική Αμερική.
Ποιες είναι οι βασικές καταναλωτικές τάσεις σήμερα σε τρόφιμα και καφέ;
Οι καταναλωτές έχουν αλλάξει ριζικά. Δεν αγοράζουν απλώς προϊόντα – αγοράζουν αξίες. Στα τρόφιμα βλέπουμε μια σαφή στροφή προς την ποιότητα, την αυθεντικότητα και τη διαφάνεια. Ο καταναλωτής θέλει να γνωρίζει την προέλευση, τον τρόπο παραγωγής, ακόμη και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του προϊόντος. Η υγιεινή διατροφή δεν είναι πλέον τάση· είναι βασική απαίτηση.
Στον καφέ, η εξέλιξη είναι εξίσου χαρακτηριστική. Από ένα καθημερινό προϊόν έχει μετατραπεί σε εμπειρία. Εξειδικευμένες ποικιλίες, βιώσιμες καλλιέργειες, ιχνηλασιμότητα και premiumization κυριαρχούν. Οι νεότερες γενιές είναι πιο απαιτητικές, πιο ενημερωμένες και πιο πρόθυμες να πληρώσουν για ποιότητα και διαφοροποίηση.
Για την Ελλάδα, αυτό αποτελεί ξεκάθαρη ευκαιρία. Τα ελληνικά προϊόντα έχουν ισχυρό αφήγημα – μεσογειακή διατροφή, παράδοση, ποιότητα. Το ζητούμενο είναι να το μεταφράσουμε σε σύγχρονη εμπορική πρόταση, με επένδυση στο branding και στην εξωστρεφή ταυτότητα.
Πόσο ασφαλής και ανθεκτική είναι σήμερα η εφοδιαστική αλυσίδα τροφίμων;
Η εφοδιαστική αλυσίδα βρίσκεται υπό διαρκή πίεση. Τα τελευταία χρόνια βιώνουμε μια αλληλουχία κρίσεων – πανδημία, ενεργειακό κόστος, πληθωρισμός, γεωπολιτικές εντάσεις – που έχουν αλλάξει τα δεδομένα.
Ιδιαίτερα ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει δημιουργήσει σοβαρές επιπλοκές στη διακίνηση των αγαθών. Θαλάσσιες διαδρομές έχουν αποσταθεροποιηθεί, χρόνοι μεταφοράς έχουν αυξηθεί και το κόστος – τόσο μεταφορικό όσο και ασφαλιστικό – έχει εκτοξευθεί. Αυτή η επιβάρυνση περνά σε όλη την αλυσίδα και τελικά φτάνει στον καταναλωτή.
Παράλληλα, αναδεικνύεται μια βαθύτερη αδυναμία: η υπερ-εξάρτηση από συγκεκριμένες περιοχές και προμηθευτές. Οι επιχειρήσεις καλούνται πλέον να επενδύσουν σε διαφοροποίηση πηγών, σε εναλλακτικές διαδρομές και σε ψηφιακά εργαλεία που προσφέρουν καλύτερη εικόνα και έλεγχο της αλυσίδας.
Η ασφάλεια τροφίμων, επομένως, δεν είναι μόνο θέμα ποιότητας. Είναι θέμα διαθεσιμότητας, κόστους και ανθεκτικότητας.
Για την Ελλάδα, αυτή η συγκυρία μπορεί να λειτουργήσει και ως ευκαιρία. Με τη σωστή αξιοποίηση των υποδομών και της γεωγραφικής θέσης, μπορούμε να ενισχύσουμε τον ρόλο μας ως κόμβος logistics στην ευρύτερη περιοχή.
Ποιες είναι οι σημαντικότερες εξελίξεις στο κανονιστικό πλαίσιο και τις διεθνείς τάσεις;
Βρισκόμαστε σε μια περίοδο έντονης μετάβασης. Το κανονιστικό περιβάλλον γίνεται πιο απαιτητικό, κυρίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση. ESG, βιωσιμότητα, ιχνηλασιμότητα, νέοι κανόνες για συσκευασίες και αποτύπωμα άνθρακα αλλάζουν το πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Την ίδια στιγμή, το διεθνές περιβάλλον κινείται σε δύο κατευθύνσεις: από τη μία ενισχύεται ο προστατευτισμός, από την άλλη προχωρούν νέες εμπορικές συμφωνίες που ανοίγουν αγορές
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, διαμορφώνεται και μια κρίσιμη καταναλωτική και εμπορική τάση.
Η αύξηση του κόστους – ενέργεια, μεταφορικά, πρώτες ύλες που συνδέονται με το πετρέλαιο – έχει ανεβάσει σημαντικά τις τελικές τιμές. Αυτό οδηγεί τις επιχειρήσεις, ειδικά στα τρόφιμα και τα καταναλωτικά προϊόντα, σε μικρότερες και πιο προσιτές συσκευασίες.
Ο καταναλωτής παραμένει ενεργός, αλλά πιο προσεκτικός. Αναζητά ποιότητα, αλλά και προσιτότητα. Αυτό σημαίνει ότι οι εξαγωγείς πρέπει να επανασχεδιάσουν την εμπορική τους προσέγγιση: προϊόν, τιμή, αλλά και μορφή διάθεσης.
Η ανταγωνιστικότητα πλέον δεν είναι μονοδιάστατη. Είναι συνδυασμός ποιότητας, συμμόρφωσης, τοποθέτησης και ευελιξίας.
Ποιος είναι ο ρόλος των εξαγωγών στην ελληνική οικονομία σήμερα;
Οι εξαγωγές είναι ο πιο σταθερός και βιώσιμος μοχλός ανάπτυξης. Η πρόοδος των τελευταίων ετών είναι σημαντική, αλλά δεν αρκεί.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει περιθώριο να αυξήσει την εξαγωγική της ένταση. Διαθέτουμε ποιοτικά προϊόντα, αλλά χρειάζεται πιο οργανωμένη στρατηγική για να αξιοποιηθούν πλήρως.
Το βασικό ζητούμενο είναι η μετάβαση από αποσπασματικές κινήσεις σε μια συνεκτική εθνική πολιτική εξαγωγών, με έμφαση στην προστιθέμενη αξία, τη διαφοροποίηση και τη συνέπεια.
Ποιες αγορές προσφέρουν τις μεγαλύτερες ευκαιρίες;
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ παραμένουν βασικές αγορές, αλλά η δυναμική μετατοπίζεται. Νοτιοανατολική Ασία, Μέση Ανατολή, Αφρική και Λατινική Αμερική είναι οι αγορές του αύριο.
Σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι νέες εμπορικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτές με τη Mercosur, την Ινδία και την Αυστραλία, που ανοίγουν νέες πόρτες για τα ευρωπαϊκά προϊόντα.
Ωστόσο, οι συμφωνίες από μόνες τους δεν αρκούν. Χρειάζεται χρόνος για να αποδώσουν, αλλά κυρίως απαιτείται στρατηγική. Οι επιχειρήσεις πρέπει να είναι παρούσες, να κατανοούν τις αγορές και να προσαρμόζουν τα προϊόντα τους στις τοπικές ανάγκες.
Η ευκαιρία υπάρχει - το ερώτημα είναι ποιος θα την αξιοποιήσει πρώτος και πιο οργανωμένα.
Τι πρέπει να γίνει άμεσα για να ενισχυθεί η εξωστρέφεια;
Πρώτον, επένδυση στην εκπαίδευση και την εξαγωγική κουλτούρα. Η νέα γενιά έχει τα εργαλεία – γλώσσες, ψηφιακές δεξιότητες, διεθνή αντίληψη – και πρέπει να συνδεθεί πιο ουσιαστικά με το εξαγωγικό επιχειρείν, ήδη από τα πρώτα στάδια της εκπαίδευσης.
Δεύτερον, ενίσχυση των υποστηρικτικών μηχανισμών – χρηματοδότηση, πληροφόρηση, απλοποίηση διαδικασιών.
Τρίτον, συντονισμός και συνέργειες. Δημόσιος και ιδιωτικός τομέας πρέπει να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, ενώ η δημιουργία συνεργατικών σχημάτων μπορεί να δώσει κρίσιμη μάζα και ανταγωνιστικότητα.
Τέταρτον, στρατηγική στόχευση αγορών. Δεν μπορούμε να λειτουργούμε ευκαιριακά. Χρειάζεται επιλογή αγορών-στόχων, συνέχεια και επένδυση σε βάθος χρόνου.
Τέλος, απαιτείται μια πιο ευέλικτη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα στις δράσεις διεθνοποίησης, ώστε να αξιοποιούνται καλύτερα οι πόροι και να ενισχύεται η παρουσία της χώρας στο εξωτερικό.
Αν θέλουμε πραγματική εξωστρέφεια, πρέπει να περάσουμε από τη λογική των αποσπασματικών κινήσεων σε μια οργανωμένη, συλλογική και μακροπρόθεσμη στρατηγική.
Ένα τελευταίο μήνυμα!
Ζούμε σε μια περίοδο όπου οι κρίσεις δεν είναι εξαίρεση – είναι η νέα κανονικότητα. Όμως μέσα σε αυτές δημιουργούνται και οι μεγαλύτερες ευκαιρίες.
Η Ελλάδα έχει τα πλεονεκτήματα: προϊόντα, γεωγραφία, ανθρώπινο δυναμικό. Αυτό που χρειάζεται είναι στρατηγική, ταχύτητα και συνέπεια.
Οι εξαγωγές μπορούν να αποτελέσουν τη μεγάλη ιστορία επιτυχίας της ελληνικής οικονομίας την επόμενη δεκαετία. Το αν θα συμβεί, εξαρτάται από τις επιλογές που θα κάνουμε σήμερα.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr