Με το βλέμμα στραμμένο στις εξελίξεις στην αγορά φυσικού αερίου και στις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας μπαίνει η κυβέρνηση στη φθινοπωρινή περίοδο, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο επαναφοράς παρεμβάσεων στους λογαριασμούς εφόσον οι συνθήκες το απαιτήσουν.
Όπως επισημαίνουν κυβερνητικές πηγές, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει σχεδιασμός για νέα οριζόντια επιδότηση του ηλεκτρικού ρεύματος, ωστόσο το θέμα δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστικά κλειστό εάν υπάρξει ένα δυσμενές σενάριο στην αγορά αερίου. Η βασική παράμετρος που παρακολουθείται στενά είναι ακριβώς η πορεία του φυσικού αερίου, καθώς μια παρατεταμένη άνοδος των τιμών του θα μεταφερθεί αναπόφευκτα στο κόστος ηλεκτροπαραγωγής.
Στο κυβερνητικό επιτελείο αναγνωρίζεται ότι η υπ’ αριθμόν ένα αβεβαιότητα για την αγορά ηλεκτρισμού τους επόμενους μήνες είναι το φυσικό αέριο. Εάν, για παράδειγμα, οι τιμές του αερίου κινηθούν προς τα επίπεδα των 90 ευρώ/MWh και παραμείνουν εκεί για σημαντικό διάστημα, τότε τα δεδομένα αλλάζουν και μαζί τους θα πρέπει να επανεξεταστεί και το μείγμα των μέτρων.
Υπό αυτή την έννοια, οι αποφάσεις που έχουν ληφθεί μέχρι σήμερα δεν αντιμετωπίζονται ως στατικές. Οι ίδιες πηγές υπογραμμίζουν ότι η ενεργειακή πολιτική προσαρμόζεται στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς και ότι διαφορετική εικόνα στις τιμές του αερίου και του ρεύματος συνεπάγεται και διαφορετικές παρεμβάσεις.
Η χονδρική και ο δύσκολος Αύγουστος
Παρά τις έντονες πιέσεις που καταγράφηκαν τον Αύγουστο και την εκτίναξη της ημερήσιας χονδρεμπορικής τιμής σε αρκετές περιπτώσεις, στην κυβέρνηση επιχειρούν να διαχωρίσουν τις βραχυπρόθεσμες εξάρσεις από τη συνολική εικόνα της αγοράς.
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, μέχρι τον Ιούλιο η μέση τιμή της ελληνικής χονδρεμπορικής αγοράς κινούνταν περίπου στα 95 ευρώ/MWh, ενώ μετά τον δύσκολο Αύγουστο ο μέσος όρος της χρονιάς έχει ανέβει κοντά στα 100 ευρώ/MWh. Το αντίστοιχο επίπεδο πέρυσι ήταν περίπου 104-105 ευρώ/MWh.
Το επιχείρημα που προβάλλεται είναι ότι δεν μπορεί να σχεδιάζεται η ενεργειακή πολιτική με βάση μεμονωμένα δεκαήμερα ή περιόδους ακραίων τιμών. Η αγορά μπορεί να μεταβληθεί πολύ γρήγορα από τις καιρικές συνθήκες, τη θερμοκρασία, την υδροηλεκτρική παραγωγή στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη, αλλά και από τη διαθεσιμότητα των ΑΠΕ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ ο Αύγουστος προκάλεσε έντονο προβληματισμό, η μέση ελληνική χονδρεμπορική τιμή στο σύνολο του έτους εξακολουθεί, σύμφωνα με την κυβερνητική ανάγνωση των στοιχείων, να βρίσκεται χαμηλότερα από την αντίστοιχη περυσινή.
Τι θα κρίνει τις τιμές τον χειμώνα
Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι επικρατεί εφησυχασμός για τους επόμενους μήνες. Αντιθέτως, οι κυβερνητικές πηγές αναγνωρίζουν ότι η εικόνα του χειμώνα μπορεί να διαφοροποιηθεί σημαντικά ανάλογα με την εξέλιξη της αγοράς φυσικού αερίου.
Η θερμοκρασία στην Ευρώπη, η ζήτηση για θέρμανση, οι ποσότητες αερίου που θα είναι διαθέσιμες, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και η συμπεριφορά των διεθνών αγορών LNG αποτελούν τις βασικές μεταβλητές. Σε ένα δυσμενές περιβάλλον, μια υψηλή και επίμονη τιμή αερίου θα πιέσει προς τα πάνω και τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Για αυτό και η κυβέρνηση αποφεύγει σε αυτή τη φάση να προκαθορίσει το είδος των μέτρων που θα μπορούσαν να ληφθούν. Το ενδεχόμενο ακόμη και οριζόντιων επιδοτήσεων δεν αποκλείεται εκ των προτέρων, χωρίς ωστόσο να αποτελεί σήμερα το βασικό σενάριο.
Η κατεύθυνση των τελευταίων ετών ήταν οι παρεμβάσεις να γίνονται περισσότερο στοχευμένες. Εφόσον όμως οι συνθήκες στην αγορά μεταβληθούν δραματικά, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, θα αξιολογηθούν εκ νέου όλες οι διαθέσιμες επιλογές.
Στην εξίσωση μπαίνει πλέον και η σταδιακή μετακίνηση καταναλωτών προς τα σταθερά, "μπλε" τιμολόγια. Σήμερα περίπου 31%-32% των καταναλωτών βρίσκεται σε μπλε προϊόντα, ενώ περίπου 15% βρίσκεται σε κίτρινα, με το υπόλοιπο ποσοστό να παραμένει κυρίως στα πράσινα τιμολόγια.
Η εξέλιξη αυτή έχει σημασία και για το κόστος μιας πιθανής μελλοντικής παρέμβασης, καθώς όσο περισσότεροι καταναλωτές μετακινούνται σε σταθερά προϊόντα τόσο μικρότερη μπορεί να είναι η ομάδα που εκτίθεται άμεσα στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς.
Το κόστος πίσω από τη χονδρική
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κυβερνητική προσέγγιση γύρω από τη σύγκριση της ελληνικής χονδρεμπορικής αγοράς με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές.
Κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι η τελική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας δεν εξαντλείται στην τιμή που εμφανίζει το Χρηματιστήριο Ενέργειας. Πέρα από τη χονδρική υπάρχουν οι λογαριασμοί προσαυξήσεων ΛΠ1, ΛΠ2 και ΛΠ3, οι χρεώσεις δικτύου και συστήματος, οι απώλειες, το ΕΤΜΕΑΡ, οι ΥΚΩ, το κόστος των ρευματοκλοπών, των κακοπληρωτών και φυσικά το κόστος προμήθειας.
Για τον λόγο αυτό στην κυβέρνηση θεωρούν ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στις συγκρίσεις μεταξύ χωρών. Η εικόνα μιας χώρας με πολύ χαμηλή τιμή στην προημερήσια αγορά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτή είναι και η συνολική πραγματική τιμή που επιβαρύνει τους καταναλωτές της.
Η συζήτηση για το ΛΠ3
Στο επίκεντρο βρίσκεται το τελευταίο διάστημα και ο Λογαριασμός Προσαυξήσεων 3 (ΛΠ3), το κόστος του οποίου έχει αυξηθεί σημαντικά σε συγκεκριμένες περιόδους, προκαλώντας αντιδράσεις από μεγάλους καταναλωτές και τη βιομηχανία.
Οι κυβερνητικές πηγές αναγνωρίζουν ότι το ζήτημα εξετάζεται, απορρίπτουν όμως την αντίληψη ότι το ΛΠ3 αποτελεί μια αποκλειστικά ελληνική ιδιομορφία η οποία πρέπει να προστίθεται μόνο στην ελληνική χονδρεμπορική τιμή όταν γίνονται συγκρίσεις με την Ευρώπη.
Όπως εξηγούν, όλες οι ευρωπαϊκές αγορές διαθέτουν πρόσθετους μηχανισμούς και κόστη πέραν της τιμής της προημερήσιας αγοράς, τα οποία δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα στις απλές συγκρίσεις. Ως εκ τούτου, η σύγκριση της ελληνικής χονδρικής προσαυξημένης κατά το ΛΠ3 με τη "γυμνή" χονδρική άλλων χωρών μπορεί να δώσει στρεβλή εικόνα.
Παράλληλα, υπάρχει και μια αντικειμενική τεχνική διάσταση. Σε ώρες μεγάλης συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα απαιτείται να βρίσκονται διαθέσιμες συμβατικές μονάδες –κυρίως φυσικού αερίου– προκειμένου να παρέχουν εφεδρεία και ευελιξία όταν αυτή απαιτείται από το σύστημα. Το κόστος αυτής της εφεδρείας υπάρχει σε όλες τις αγορές, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο ονομάζεται ή ενσωματώνεται στους επιμέρους μηχανισμούς.
Αυτό που μένει να διερευνηθεί είναι κατά πόσο το ύψος των ελληνικών χρεώσεων δικαιολογείται πλήρως από τις πραγματικές ανάγκες του συστήματος ή εάν υπάρχουν περιθώρια παρέμβασης. Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν διαπιστώνονται συμπεριφορές που αλλοιώνουν τη λειτουργία της αγοράς. Μέχρι στιγμής, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, δεν υπάρχει συμπέρασμα περί χειραγώγησης, ενώ τα διαθέσιμα στοιχεία εξακολουθούν να αξιολογούνται.
Πηγή: capital
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr

