Τα φάρμακα GLP-1 έχουν εξελιχθεί σε βασικό εργαλείο τόσο για τη ρύθμιση του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, όσο και για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Η ευρεία διάδοσή τους, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τα Ozempic και Wegovy, συνδέεται κυρίως με την αποτελεσματικότητά τους στην απώλεια βάρους. Ωστόσο, νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η ανταπόκριση δεν είναι ίδια για όλους τους ασθενείς.
Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Genome Medicine, συγκεκριμένοι γενετικοί παράγοντες ενδέχεται να επηρεάζουν σημαντικά την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Εκτιμάται ότι περίπου το 10% του πληθυσμού φέρει γενετικές παραλλαγές που σχετίζονται με τη λεγόμενη "αντίσταση στο GLP-1".
Τα άτομα αυτά εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα της ορμόνης GLP-1, η οποία συμβάλλει στη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα. Παρ’ όλα αυτά, η δράση της φαίνεται μειωμένη, με αποτέλεσμα η φαρμακευτική αγωγή να μην αποδίδει στον ίδιο βαθμό, μεταδίδει το Healthline.
Παραμένει, ωστόσο, ασαφές αν οι συγκεκριμένες γενετικές παραλλαγές επηρεάζουν στον ίδιο βαθμό και την απώλεια βάρους, δεδομένου ότι τα φάρμακα GLP-1 χορηγούνται συνήθως σε υψηλότερες δόσεις για την παχυσαρκία σε σχέση με τον διαβήτη.
Η έρευνα εστίασε σε γενετικές παραλλαγές που επηρεάζουν το ένζυμο PAM, το οποίο εμπλέκεται στην ενεργοποίηση διαφόρων ορμονών, μεταξύ των οποίων και το GLP-1. Ορισμένες από αυτές τις παραλλαγές εμφανίζονται συχνότερα σε άτομα με διαβήτη και ενδέχεται να επηρεάζουν την έκκριση ινσουλίνης από το πάγκρεας, γεγονός που ώθησε τους ερευνητές να εξετάσουν αν επηρεάζουν και τη λειτουργία του GLP-1.
Η συγκεκριμένη ορμόνη δεν περιορίζεται μόνο στη ρύθμιση του σακχάρου, αλλά συμβάλλει επίσης στην έκκριση ινσουλίνης μετά τα γεύματα, στην επιβράδυνση της γαστρικής κένωσης και στη μείωση της όρεξης. Τα φάρμακα GLP-1 έχουν σχεδιαστεί ώστε να μιμούνται αυτές τις δράσεις.
Τι διαπίστωσαν οι επιστήμονες
Στην ανάλυση ατόμων με συγκεκριμένη γενετική παραλλαγή, οι επιστήμονες διαπίστωσαν απρόσμενα αυξημένα επίπεδα GLP-1, αντί για τα χαμηλότερα που ανέμεναν. Παρ’ όλα αυτά, τα υψηλότερα επίπεδα δεν συνοδεύονταν από καλύτερο έλεγχο του σακχάρου στο αίμα. Αντιθέτως, απαιτούνταν μεγαλύτερη ποσότητα της ορμόνης για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα, γεγονός που υποδηλώνει μειωμένη βιολογική ανταπόκριση.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η μειωμένη αποτελεσματικότητα των φαρμάκων GLP-1 δεν οφείλεται αποκλειστικά σε γενετικούς παράγοντες. Συχνά εμπλέκονται και άλλοι λόγοι, όπως η μη σωστή χρήση της θεραπείας, η ανεπαρκής δοσολογία, η πρόωρη διακοπή λόγω παρενεργειών ή η ανεπαρκής διάρκεια αγωγής. Επιπλέον, μεταβολικοί παράγοντες όπως η έντονη ινσουλινοαντίσταση, οι διαταραχές ύπνου και η απώλεια μυϊκής μάζας μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά το αποτέλεσμα.
Τέλος, οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι, παρά τις φαρμακευτικές εξελίξεις, η βάση της αντιμετώπισης της παχυσαρκίας παραμένει ο τρόπος ζωής. Η ισορροπημένη διατροφή με περιορισμό των απλών υδατανθράκων και της ζάχαρης, σε συνδυασμό με επαρκή πρόσληψη πρωτεΐνης και λαχανικών, αποτελεί προϋπόθεση για την απώλεια βάρους. Η τακτική σωματική άσκηση, τόσο αερόβια όσο και ενδυνάμωσης, συμβάλλει στην καύση θερμίδων και στη διατήρηση της μυϊκής μάζας, ενώ διατροφικά πρότυπα όπως η μεσογειακή διατροφή μπορούν να υποστηρίξουν αποτελεσματικά τη μεταβολική υγεία, ανεξάρτητα από τη φαρμακευτική αγωγή.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
