Περισσότεροι από ένας στους τέσσερις ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 λαμβάνουν φάρμακα που ανήκουν στους αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1, μια από τις πιο διαδεδομένες κατηγορίες θεραπειών σήμερα.
Ωστόσο, μια νέα έρευνα δείχνει ότι για ένα ποσοστό ασθενών τα φάρμακα αυτά δεν έχουν την αναμενόμενη αποτελεσματικότητα, και η αιτία μπορεί να βρίσκεται στο DNA τους.
Μελέτη από το Stanford Medicine και διεθνείς συνεργάτες φέρνει στο φως ένα φαινόμενο που οι επιστήμονες ονομάζουν "αντίσταση στο GLP-1". Εκτιμάται ότι περίπου το 10% του πληθυσμού φέρει γενετικές παραλλαγές που σχετίζονται με αυτό, σύμφωνα με το Science Daily.
Όταν η ορμόνη υπάρχει, αλλά δεν δουλεύει σωστά
Το GLP-1 είναι μια ορμόνη που βοηθά στη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα. Παραδόξως, στα άτομα με τις συγκεκριμένες γενετικές παραλλαγές, τα επίπεδά του είναι αυξημένα, αλλά η δράση του μειωμένη. Αυτό σημαίνει ότι, παρότι ο οργανισμός παράγει αρκετή από την ορμόνη, δεν επιτυγχάνεται το επιθυμητό αποτέλεσμα που είναι η μείωση του σακχάρου.
Το εύρημα αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί φάρμακα όπως το Ozempic και το Wegovy, τα οποία μιμούνται τη δράση του GLP-1, δεν λειτουργούν το ίδιο καλά σε όλους.
Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι κάποιοι ασθενείς δεν κατάφεραν να ρυθμίσουν αποτελεσματικά το σάκχαρό τους ακόμη και μετά από έξι μήνες θεραπείας. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι γιατροί αναγκάζονται να αλλάξουν αγωγή. Η δυνατότητα πρόβλεψης του ποιοι ασθενείς θα ανταποκριθούν θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά τον τρόπο χορήγησης θεραπειών, φέρνοντας την ιατρική ένα βήμα πιο κοντά στην εξατομικευμένη προσέγγιση.

Ο ρόλος ενός "άγνωστου" ενζύμου
Η έρευνα επικεντρώθηκε σε γενετικές παραλλαγές που επηρεάζουν ένα ένζυμο με την ονομασία PAM. Το ένζυμο αυτό ενεργοποιεί διάφορες ορμόνες στον οργανισμό, μεταξύ των οποίων και το GLP-1. Οι επιστήμονες αρχικά περίμεναν ότι τα άτομα με τις παραλλαγές θα είχαν χαμηλότερα επίπεδα της ορμόνης. Αντίθετα, διαπίστωσαν το ακριβώς αντίθετο: υψηλότερα επίπεδα, αλλά χωρίς την αντίστοιχη βιολογική δράση.
Ο οργανισμός φαίνεται να χρειάζεται περισσότερη ποσότητα GLP-1 για να πετύχει το ίδιο αποτέλεσμα, ένα χαρακτηριστικό της λεγόμενης "αντίστασης". Για να επιβεβαιώσουν τα ευρήματα, οι ερευνητές τα επανέλαβαν με διαφορετικές μεθόδους, τόσο σε ανθρώπους όσο και σε πειραματόζωα.
Σε ποντίκια που δεν διέθεταν το συγκεκριμένο γονίδιο, παρατηρήθηκαν παρόμοια μοτίβα: αυξημένα επίπεδα GLP-1 αλλά μειωμένη αποτελεσματικότητα, ακόμη και μετά από χορήγηση φαρμάκων. Ένα από τα βασικά αποτελέσματα ήταν ότι η τροφή περνούσε πιο γρήγορα από το στομάχι, κάτι που υποδηλώνει ότι η ορμόνη δεν επιτελεί σωστά τον ρόλο της.
Τι έδειξαν τα δεδομένα από κλινικές μελέτες
Η ανάλυση δεδομένων από περισσότερους από 1.100 ασθενείς έδειξε ότι όσοι έφεραν τις γενετικές παραλλαγές είχαν σαφώς χαμηλότερη ανταπόκριση στη θεραπεία. Συγκεκριμένα, μόνο περίπου το 11,5% των φορέων μιας από τις παραλλαγές πέτυχε τους στόχους ρύθμισης σακχάρου, έναντι περίπου 25% όσων δεν έφεραν τις μεταλλάξεις.
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι ίδιες γενετικές διαφορές δεν επηρέασαν την ανταπόκριση σε άλλα φάρμακα για τον διαβήτη, όπως η μετφορμίνη.
Παρά την πρόοδο, οι επιστήμονες δεν έχουν καταλήξει στον ακριβή μηχανισμό πίσω από την αντίσταση στο GLP-1. Το φαινόμενο φαίνεται να είναι σύνθετο και πιθανότατα πολυπαραγοντικό, παρόμοιο με την αντίσταση στην ινσουλίνη, που παραμένει εν μέρει ανεξήγητη εδώ και δεκαετίες.
Ωστόσο, οι ειδικοί εκτιμούν ότι στο μέλλον θα μπορούσαν να αναπτυχθούν θεραπείες που θα "παρακάμπτουν" ή θα μειώνουν αυτή την αντίσταση, όπως ήδη συμβαίνει με άλλα φάρμακα.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
