Όχι εγώ. Κάποιοι φίλοι μου. Ζούσαν -κι ας είχαν καβαντζάρει τα σαράντα- μια παρατεταμένη εφηβεία.
Η εποχή, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, το ευνοούσε. Στο γύρισμα της χιλιετίας, στο μιλένιουμ, η Ελλάδα ήταν πιο σίγουρη για τον εαυτό της και πιο ανέμελη από ποτέ. Η ερώτηση κάθε στιγμή, σε κάθε στόμα: "Πού θα πάμε μετά;" Ποιό κλαμπ μας περιμένει, ποια μπουζούκια, ποιό κρεβάτι, ποιό νησί για τριήμερη -τουλάχιστον- "απόδραση". Όσοι παντρεύονταν, σε πείσμα της ελευθεριακής νοοτροπίας που ήθελε χαλαρές σχέσεις κι όχι δεσμούς, όσοι έδιναν -σταυρώνοντας τα δάχτυλά τους- όρκους πίστης, το γιόρταζαν με πάρτυ σε "κτήματα". Είχε γεμίσει η Αττική με τέτοια κτήματα, όπου δεξιώνονταν οι νεόνυμφοι τα σόγια και τους φίλους τους. Ανάρπαστοι είχαν γίνει οι διοργανωτές γάμων και τα τουριστικά γραφεία που σε έστελναν ταξίδι του μέλιτος στους πιο εξωτικούς προορισμούς – το κρατίδιο Μαυρίκιος στον Ινδικό Ωκεανό πρέπει να υποδέχθηκε τότε χιλιάδες δικά μας ζευγάρια. Της οικονομικής ελίτ; Ούτε καν. Μίας απέραντης και ολοένα διευρυνόμενης μεσαίας τάξης, η οποία ξόδευε και χόρευε έξαλλα δίχως να υποψιάζεται πως τα σανίδια που πατούσε ήταν σάπια.
Οι φίλοι μου, καλλιεργημένοι και ευαίσθητοι άνθρωποι, δυσφορούσαν. Ανιούσαν έστω με εκείνη την ατέρμονη -υποχρεωτική σχεδόν- καλοπέραση. Με το καρναβάλι της ματαιοδοξίας, που ονομαζόταν life style. Για να διασκεδάσουν την υπαρξιακή τους πλήξη έκαναν φάρσες. Κυρίως τηλεφωνικές. Σε φουσκωμένους διάνους. Πληκτρολογώντας μια δίεση και δυό ψηφία, μπορούσες να αποκρύπτεις τον αριθμό του κινητού σου. Να καλείς ανώνυμα όποιον μεγαλόσχημο ήθελες και να τον μπλέκεις σε ένα αυτοσχεδιαστικό μονόπρακτο του παραλόγου.
Πήραν μαύρα μεσάνυχτα την πρώτη φίρμα της δικηγορίας. "Κίμων Μαντζαφλάρης από περιοχή Ανακτόρων" του συστήθηκε με τρεμάμενη φωνή ο φαρσέρ. "Μόλις έσφαξα τη γυναίκα μου!" Ο ποινικολόγος κάπως μάσησε. "Τρέχα στο αστυνομικό τμήμα" τον διέταξε "και τηλεφώνησε μου από εκεί για να έρθω." "Να πάρω μαζί μου και τη Φιλιππινέζα;" "Αν τη θέλεις για συμπαράσταση, γιατί όχι;" "Σταθείτε μόνο να τη βγάλω από την κατάψυξη. Την έχω από προχθές εκεί, τεμαχισμένη…"
Τέτοιο χοντροκομμένο, παιδικό, βλακώδες ίσως χιούμορ. Κι όμως, κλείνοντας το τηλέφωνο, κυλιόντουσαν κάτω απ’ τα γέλια.
Όπως τότε που με ψιλή παπαδίστικη φωνή, "εκ μέρους του Προκαθημένου καλώ…" είπε ο φαρσέρ στον αντισυμβατικό, ταγμένο στα οράματα της Αριστεράς και ισοβίως επιδοτούμενο σκηνοθέτη. "Ο Μακαριότατος λατρεύει τις ταινίες σας!" "Τις δικές μου;" έμεινε άναυδος ο κινηματογραφιστής. "Βεβαίως! Τις έχει δει όλες από τρεις φορές. Τις θεωρεί κατά βάθος θρησκευτικές. Εμπνευσμένες από τις παραβολές του Ιησού". "Μα έχουν σεξ…" "Εμείς το λέμε "κοινωνία”. Τα σα εκ των σων". Η κολακεία, όσο εξωφρενική κι αν είναι, πετυχαίνει τον στόχο της. "Τον ευχαριστώ πολύ να του πείτε. Κι εγώ τον εκτιμώ", έκανε ο καλλιτέχνης γαργάρα τον αντικληρικαλισμό του. "Θα επιθυμούσε θερμά ο Κύριος Χριστόδουλος να συναντηθείτε, να σας ευλογήσει και να συνομιλήσετε" το παραχόντρυνε ο φαρσέρ. Και τον κάλεσε την επομένη στην Αρχιεπισκοπή. Τον φαντάζονταν να πηγαίνει σένιος στο ραντεβού και να τρώει πόρτα. Ή -γιατί όχι;- να γίνεται δεκτός από τον γαλίφη Χριστόδουλο, ο οποίος δεν άφηνε χαμένη καμιά ευκαιρία γοητείας… Τον φαντάζονταν και χαχάνιζαν.
Την επαύριο της πανωλεθρίας του 2002 στη Γιουροβίζιον, βρήκαν το νούμερο του προέδρου της επιτροπής που είχε επιλέξει το SAGAPO. Ενός αξιόλογου συνθέτη με μπόλικα σουξέ στο παρελθόν, που όμως του χρεωνόταν πως είχε γράψει τον ύμνο της Χούντας. "Τρίχες κατσαρές, κύριε!" του επιτέθηκε με το "καλησπέρα" ο φαρσέρ. "Σκατά τα κάνατε! Μας ξεφτίλισε ο Μιχαλάκης σας! Ντρέπομαι που είμαι Έλληνας!" Ο μουσικοσυνθέτης πήγε κάπως να αμυνθεί, κάτι να εξηγήσει μα ο φαρσέρ του το έκλεισε, έξαλλος δήθεν.
Η φάρσα βρήκε το νόημα της με την επανάληψη. Επί τρεις και πλέον μήνες, κάθε απόγευμα στις έξι ακριβώς, ο ηθικός αυτουργός του υποτιθέμενου εθνικού μας διασυρμού, σήκωνε το τηλέφωνο και άκουγε τα σχολιανά του. Εισέπραττε την ίδια αγανάκτηση, με τις ίδιες ακριβώς φράσεις, "Σκατά τα κάνατε! Μας ξεφτίλισε ο Μιχαλάκης σας!" Την επομένη δώσ’του πάλι. Γιατί απαντούσε ο μουσικός στον άγνωστό του υβριστή; Τάμα είχε κάνει;
Προχωρημένος Αύγουστος και οι φίλοι άραζαν σε μια ταβέρνα παρά θιν’ αλός. Είχαν κοπανίσει μπόλικα ούζα, "αμάν! κοντεύει εξίμησι!" αναφώνησε ξαφνικά ο φαρσέρ. "Ξεχάσαμε τον "τρίχες κατσαρές”!" Όντας στο τσακίρ σχεδόν κέφι, παρέλειψε να βάλει απόκρυψη.
Νωρίς το άλλο πρωί, τον πήραν από την αστυνομία. "Περάστε, σάς παρακαλώ, από το Χ τμήμα για μια υποθέσή σας…" Δεν ήθελε πολύ μυαλό να καταλάβει τι τον ήθελαν.
"Θα αρνηθώ την ενοχή μου" αποφάσισε. "Θα ισχυριστώ ότι ένας άγνωστος, από ένα διπλανό τραπέζι, μου ζήτησε το κινητό μου για να κάνει ένα σύντομο τηλεφώνημα. Το σοβαρό προφίλ μου θα τους πείσει…" Δύσκολο, πράγματι, να διανοηθείς ότι ένας νέος γιατρός με εντυπωσιακές σπουδές και λαμπρές προοπτικές ξοδευόταν σε τέτοιες κασκαρίκες.
Ο διοικητής του τμήματος διέθετε φυσιογνωμία και διάπλαση πυγμάχου. Φορούσε μια αμάνικη μπλούζα, έξω τα μπράτσα. Πάνω από το κεφάλι του κρεμόταν ένα κορνιζαρισμένο κέντημα: "Όπου φτωχός και η μοίρα του".
"Εγώ σας πιστεύω, γιατρέ μου…" κατένευσε. "Σταθείτε μόνο ένα λεπτό" σηκώθηκε και βγήκε από το γραφείο. Επέστρεψε συνοδευόμενος από τον μουσικοσυνθέτη.
"Γνωρίζω τη φωνή του! Αυτός με βασανίζει!" ωρυόταν. "Πες ποιος σε έβαλε, ρε αχρείε! Η Πέγκυ Ζήνα;"
"Ποιά Πέγκυ Ζήνα;" απόρησε ο φίλος μου.
"Θα σου κάνω μήνυση! Θα σε καταγγείλω στον ιατρικό σύλλογο, να σε διαγράψουν, να σου αφαιρέσουν την άδεια! Δεν θα σε αφήσω σε χλωρό κλαδί, θα σε ρεζιλέψω στις εφημερίδες, στην τηλεόραση!"
Του φαρσέρ του είχαν πέσει τώρα τα σαγόνια. Συνειδητοποιούσε πως κινδύνευε να μπλέξει άσχημα. Του άλλου το μάτι γυάλιζε. Ο δε αστυνόμος χαμογελούσε σαρδόνια.
"Εκτός…" είπε, μέσα στον οίστρο του, το θύμα της φάρσας. "Εκτός εάν τώρα, αμέσως, σκύψεις, μού φιλήσεις το χέρι και μου πεις "συγγνώμη, πατέρα”!"
"Τι να πω;"
"Αυτό ακριβώς που άκουσες. Βρίσκεσαι στο έλεός μου κι εγώ -δες ανθρωπιά- σου δίνω ευκαιρία να μετανοήσεις."
Πώς θα αντιδρούσατε στη θέση του; Ο φίλος μου ελάχιστα αμφιταλαντεύθηκε. Έπεσε στα γόνατα, ακούμπησε τα χείλη του στο παχουλό χέρι του μουσικού, "συγγνώμη" είπε θεατρικότατα "πατέρα…"
"Σε συγχωρώ, παιδί μου" του απάντησε ο άλλος με ύφος θριαμβευτή.
Πηγή: capital
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr