Μπορεί να μην άφησε ο Βασίλης Λεβέντης βαθύ το ίχνος του στην Ιστορία μας, η ζωή του ωστόσο στάθηκε ιδιαιτέρως αξιοπρόσεκτη. Αντάξια ενός χαρακτήρα του Μπαλζάκ ή του Μένη Κουμανταρέα.
Πού έγκειται το συγγραφικό της ενδιαφέρον;
Στο γεγονός, πρώτον, ότι ο Βασίλης Λεβέντης προφανώς λαχταρούσε εξ απαλών ονύχων να γίνει σημαντικός. Διάσημος έστω. Περίβλεπτος. Να ξεχωρίσει από τους "κοινούς" ανθρώπους. Όνειρο απολύτως θεμιτό, ενίοτε και ευγενές.
Ποιός φάνταζε ο πιο άμεσος τρόπος, σε μια Ελλάδα που πάντα έβρισκε τον εαυτό της γλεντώντας; Να λάμψει ως τραγουδιστής. Σε ηλικία εικοσιενός έτους, φοιτητής στο Πολυτεχνείο, χτύπησε σαρανταπεντάρι. Με το πρόσωπό του στο εξώφυλλο. Το πλήρωσε και το διένειμε αυτοπροσώπως στα δισκάδικα. Προφανώς δεν διέθετε το χάρισμα που θα τον έκανε να ξεχωρίσει. Δεν επέμεινε. Φανερώθηκε εμπρός του το "Εν Τούτω Νίκα" της πολιτικής.
Σε αντίθεση με την τέχνη, στην πολιτική δεν σου χρειάζεται, μέχρι τουλάχιστον να αναλάβεις ευθύνες εξουσίας, κανένα συγκεκριμένο ταλέντο. Αρκεί να διαθέτεις επιμονή και υπομονή. Κι από τα δύο εκείνα ο Λεβέντης ξεχείλιζε.
Γιατί, μετά το πρόσκαιρο πέρασμα του από το Πασόκ, δεν εντάχθηκε σε ένα άλλο κόμμα; Θα ισχυριζόταν -ίσως και να το πίστευε- πως είχε καταλάβει στο πετσί του τη σήψη των μηχανισμών. Εικάζω ότι περισσότερο ευθυνόταν ο χαρακτήρας του. Πως παραήταν ισχυρογνώμων και ξεροκέφαλος -ο ίδιος θα προτιμούσε το "ακέραιος"- για να δράσει συλλογικά.
Το 1982, διεκδίκησε ως ανεξάρτητος τη δημαρχία του Πειραιά. Το 1984, ίδρυσε το "οικολογικό" κόμμα "Ελεύθεροι". Τότε πρωτομάθαμε οι πιτσιρικάδες της εποχής την ύπαρξη του.
Οι Δελαπατρίδηδες είχαν ανέκαθεν μια κάποια πέραση. Από τη Μαρίκα Παλαίστη, εξαιρετική σοπράνο στην τσαρική Ρωσία, η οποία μαζί με τη φωνή της έχασε και τα λογικά της, συνέστησε το 1953 το "Ανεξάρτητο Δημοκρατικό Κόμμα Ελληνίδων" και υπέστη επί δεκαετίες βάναυση καζούρα… Μέχρι τον Πέτρο Γαρουφαλιά, που από σημαίνον στέλεχος της "Ένωσης Κέντρου" προδικτατορικά, κατέληξε στη Μεταπολίτευση αντικείμενο χλεύης. Και στις συγκεντρώσεις του Βασίλη Λεβέντη μαζευόταν ο κόσμος για πλάκα, κραύγαζε ρυθμικά το σύνθημα "Ελεύθεροι Σημαίνει Όχι Παντρεμένοι!" Πλην ο πολιτικός λόγος του Λεβέντη, από την αρχή μέχρι το τέλος του δημόσιου βίου του, ουδόλως έδειχνε άνθρωπο παράφρονα.
Τι έλεγε ο Λεβέντης; Ό,τι χιλιάδες άλλοι Έλληνες στα καφενεία. Πως οι πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι έως και προδότες. Ότι η πατρίδα εξαιτίας τους πάει κατά διαόλου. Πως οι ικανοί και οι έντιμοι τρώγονται από τα συμφέροντα. Ότι άπαξ και τον εμπιστευόμασταν, θα άρπαζε το φραγγέλιο και το μυστρί και θα μεταμόρφωνε τα πάντα.
Σε παλιότερες εποχές, ο κόσμος σύντομα θα τον βαριόταν. Πόσο να κάνεις χάζι κάποιον που διαρκώς κουνάει το δάχτυλο, καταγγέλλει και ηθικολογεί; Το άστρο του θα έσβηνε. Στάθηκε υπερτυχερός. Καβάλησε το κύμα της ιδιωτικής τηλεόρασης.
Της πειρατικής τηλεόρασης πιο σωστά. Πριν μπουν οι μεγαλοεκδότες και ο Μίνως Κυριακού στο παιχνίδι της τηλεθέασης, στην Αθήνα εξέπεμπαν -τύποις παράνομα, με την ανοχή των αρχών- δύο κανάλια. Το ένα λεγόταν "ΙΤΑ8". Το είχε ένας επιχειρηματίας ψησταριών. Τα μεσημέρια και τα βράδια, έπαιζε βίντεο-κλιπ μιας μάλλον άγνωστης τραγουδίστριας. Τις νύχτες, πορνό. Το άλλο το έφτιαξε ο Βασίλης Λεβέντης.
Όσοι αυτές τις μέρες τον νεκρολογούν, στέκονται, νοσταλγούν το γραφικό της παρουσίας του. Τους φραπέδες, τις πίτσες, τους τηλεφωνικούς καβγάδες με τους τηλεθεατές, τις εκρήξεις του. Δεν επισημαίνουν -ίσως να μην το συνειδητοποιούν καν- πως την ευρύτατη δημοσιότητα που απέκτησε, ο Λεβέντης την κεφαλαιοποίησε έξοχα.
Στις ενδιάμεσες εκλογές του 1992, για την κάλυψη της έδρας που είχε χάσει ο Δημήτρης Τσοβόλας μετά την καταδίκη του από το Ειδικό Δικαστήριο για το σκάνδαλο Κοσκωτά, ο Λεβέντης κατέβηκε κόντρα στο Πασόκ, με τη σαφή στήριξη της Νέας Δημοκρατίας. Λησμόνησε προσωρινά τις κατάρες που έριχνε στην οικογένεια Μητσοτάκη. Δεν βγήκε μεν, πήρε όμως 115.000 ψήφους. Κέρδισε ένα απροσδόκητο κύρος. Όταν, μερικά χρόνια αργότερα, έκρινε ότι ο τηλεοπτικός του κύκλος είχε κλείσει, δεν κατέβασε ρολά στο κανάλι του. Το μεταβίβασε στον Γιώργο Κουρή, φαντάζομαι όχι με το αζημίωτο.
Ήξερε άριστα τι έκανε ο Βασίλης Λεβέντης. Διέκρινε τις ευκαιρίες.
Στην Ελλάδα της κρίσης, έζησε τη χρυσή στιγμή του. Αλαλιασμένοι οι πολίτες από τα μνημόνια, αφηνιασμένοι εναντίον του πολιτικού κατεστημένου, πρόθυμοι ήταν να αγκαλιάσουν όποιον έμοιαζε εκτός συστήματος. Οι ιερεμιάδες του Λεβέντη δεν ηχούσαν πλέον ούτε γραφικές ούτε καν υπερβολικές. Είχαν δικαιωθεί από την πραγματικότητα. (Κάποιος δηκτικός θα επεσήμαινε πως και τα χαλασμένα ακόμα ρολόγια δείχνουν δύο φορές το εικοσιτετράωρο τη σωστή ώρα…) Τον Σεπτέμβριο του 2015, πέρασε θριαμβευτικά το κατώφλι της Βουλής.
Εμπλούτισε τον κοινοβουλευτικό μας βίο ο Βασίλης Λεβέντης και το κόμμα του; Ουδόλως. Στάθηκε ωστόσο γενικά αξιοπρεπώς. Ιδίως σε μια περίοδο όπου η "Χρυσή Αυγή" κάλπαζε και η λαϊκίστικη αριστερά προσδοκούσε οι αγορές και οι δανειστές να χορέψουν στο νταούλι της.
Απήλαυσε ο Βασίλης Λεβέντης την επιτυχία του; Στις δημόσιες πάντως εμφανίσεις του, είχε τη γαλήνη και τη σεμνότητα του δικαιωμένου.
Τον είδα διά ζώσης μια φορά, σε μια κοινωνική εκδήλωση. Τον πλησίασα, του συστήθηκα και το έκανα την πιο απροσδόκητη για εκείνον ερώτηση. "Πώς διασκεδάζετε; Πώς περνάτε τις ελεύθερές σας ώρες;" Με κοίταξε με εκείνο το αγαθό από κοντά βλέμμα του, άναψε τσιγάρο - είχε χέρια και σωματότυπο γενικά χειρώνακτα, πρέπει να είχε δουλέψει σκληρά στα νιάτα του. "Πώς περνάω; Κάθομαι στην κουζίνα με τη γυναίκα μου και κοιτάμε τηλεόραση. Τι άλλο να κάνουμε;" "Κινηματογράφο παρακολουθείτε;" επέμεινα. "Αφήστε, έχω μεγάλο πρόβλημα. Με νανουρίζει! Καμιά ταινία δεν έχω δει ποτέ μέχρι το τέλος…"
Κάθε άνθρωπος πρωταγωνιστεί σε ένα έργο, που το γράφει και το σκηνοθετεί μόνος του, παλεύοντας με τη μοίρα. Ο Βασίλης Λεβέντης ευτύχησε, στο "happy end” του, να μην τον έχει πάρει ο ύπνος. Να είναι απολύτως εναργής.
Πηγή: capital
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr