Καλοκαίρι του 1961. Η Ελλάδα ζει ακόμη σε έναν κόσμο που δεν αμφιβάλλει για την ομορφιά του. Στην Αργολίδα, κάτω από ένα σκηνικό ξεχωριστό 15.000 θεατές συνωθούνται στις κερκίδες του αρχαιότερου θεάτρου του κόσμου για να δουν μία γυναίκα να ερμηνεύει τη Μήδεια του Κερουμπίνι. Δεν ξέρουν ακόμα ότι παρακολουθούν κάτι ανεπανάληπτο. Ότι εκείνη η νύχτα της 6ης Αυγούστου θα γίνει θρύλος. Ότι η Μαρία Κάλλας, με την τελευταία εμφάνισή της σε λυρική σκηνή στην Ελλάδα, θα σφραγίσει έναν κόσμο που δεν ξαναγύρισε.
Εξήντα πέντε χρόνια αργότερα, μία γυναίκα 97 ετών κάθεται μπροστά μου και θυμάται. Η Λέλα Αλουπογιάννη ήταν εκεί. Νέα, πρωτοεμφανιζόμενη, έκτακτο μέλος της Χορωδίας της Ελληνικής Λυρικής Σκηνής, πρόσληψης για μία και μόνο παράσταση. Δεν φανταζόταν τότε ότι αυτή η μία παράσταση θα γινόταν το σημείο αναφοράς μιας ολόκληρης ζωής. Ότι η μνήμη εκείνης της νύχτας θα αντέχει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Μιλά ήρεμα, με αυτή την ακρίβεια που έχουν μόνο όσοι δεν ξεχνούν τίποτα. Θυμάται το μαύρο φόρεμα της Κάλλας στις πρόβες, τους αέρινους χιτώνες του Τσαρούχη που ακολουθούσαν το σώμα σαν φυσική του συνέχεια, τον Μινωτή που έδινε εντολές χωρίς να μιλά πολύ, τη φωνή που — λέει — δεν αποτυπώθηκε ποτέ πλήρως στο βινύλιο. Και θυμάται μία φράση της Κάλλας από τις πρόβες που δείχνει τον απόλυτο επαγγελματισμό της... "Παρακαλώ, εδώ κάνουμε τέχνη".
Τον Ιούνιο του 2026, η ΕΛΣ αναβίωσε εκείνη την παράσταση στο ίδιο θέατρο. Η Λέλα Αλουπογιάννη ήταν πάλι εκεί, θεατής αυτή τη φορά, με την οικογένειά της, 65 χρόνια μετά. Είναι — όπως λέει με την ακρίβεια που την χαρακτηρίζει — "το πιθανότερο ότι είναι ίσως η τελευταία εν ζωή από τους συντελεστές εκείνης της ιστορικής παράστασης. Μια φωνή που θυμάται από μέσα την παράσταση του 1961 που έχει μείνει στην ιστορία.

Η συνέντευξή της
Η ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ ΤΟΥ 1961 — Η ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ
Πώς ήταν η Επίδαυρος εκείνα τα χρόνια για μια νέα καλλιτέχνιδα; Τι σήμαινε να σταθείς σε εκείνη τη σκηνή — όχι τώρα που έχει γίνει θρύλος, αλλά τότε, όταν ζούσατε τη στιγμή;
Το 1961 το Φεστιβάλ Επιδαύρου μετρούσε μόνον 5 χρόνια ζωής και βέβαια δεν είχε προλάβει ακόμα να καθιερωθεί σαν ένας πολιτιστικός θεσμός. Ήταν η πρώτη μου εμφάνιση με τη Χορωδία της ΕΛΣ και είχα προσληφθεί ως "έκτακτη" για τις ανάγκες της συγκεκριμένης μόνον παράστασης. Μονιμοποιήθηκα μετά από 5 ολόκληρα χρόνια...
Εκείνο το καλοκαίρι ζούσα ένα πραγματικό όνειρο και μάλιστα όχι μόνη μου αλλά… οικογενειακώς μαζί με τον σύζυγό μου και τον ηλικίας 4 ½ ετών γυιό μας, τον Ηλία. Σίγουρα όμως για εμένα, μία πρωτοεμφανιζόμενη καλλιτέχνιδα, το να βρεθώ στη σκηνή της Επιδαύρου, ήταν κάτι που -χωρίς τότε να το γνωρίζω- θα με ακολουθούσε σε ολόκληρη την μετέπειτα καριέρα μου.

Τι θυμάστε από την πρώτη μέρα που φτάσατε στην Επίδαυρο για τις πρόβες; Ποια ήταν η πρώτη εικόνα, η πρώτη αίσθηση του χώρου;
Ο χώρος του θεάτρου ήταν, απλά, μαγικός. Ενδεχομένως να ήταν μόνον στα δικά μου μάτια, αφού μέχρι τότε δεν είχα παρόμοια εμπειρία. Όμως, το τοπίο σε καθήλωνε και η επιβλητικότητά του μπορούσε εύκολα να αιχμαλωτίσει τη σκέψη σου, αποκλειστικά και μόνον σε αυτό που έκανες. Σε τίποτ’ άλλο.
Πώς ήταν η καθημερινότητα των προβών — οι ώρες, η ένταση, η πειθαρχία; Πώς δούλευε ο Αλέξης Μινωτής με τον χορό;
Οι πρόβες γινόντουσαν βράδυ, μόλις έπεφτε ο ήλιος και απαιτούσαν στρατιωτική πειθαρχία. Πραγματικά, δεν θυμάμαι πόσες ώρες κρατούσαν. Υπήρχε βέβαια, στο καθημερινό πρόγραμμα, συγκεκριμένο ωράριο αλλά ποιος θα μπορούσε να παραπονεθεί, όταν η πρόβα κρατούσε παραπάνω; Ο Αλέξης Μινωτής ήταν πραγματικός δάσκαλος. Ήξερε να επικοινωνεί με τον Χορό και -χωρίς πολλές κουβέντες- να μας δείχνει τι ακριβώς -και πώς ακριβώς το- ήθελε. Και, βέβαια, πάντοτε το πετύχαινε.

Ο Γιάννης Τσαρούχης είχε δημιουργήσει 130 μοναδικά κοστούμια. Θυμάστε την πρώτη φορά που τα φορέσατε; Τι αίσθηση σας έδιναν πάνω σας στη σκηνή;
Τα κοστούμια του Τσαρούχη ήταν πράγματι μοναδικά. Με είχαν εντυπωσιάσει. Οι χιτώνες που είχε σχεδιάσει για τον Χορό ήταν αέρινες και έδιναν μία απίστευτη ελευθερία κινήσεων. Τα ρούχα ακολουθούσαν τις κινήσεις τού σώματος, σαν μία φυσική συνέχειά του. Κάποιες φορές, δεν υπερβάλλω, είχα νοιώσει ότι δεν φορούσα τίποτα, ότι ήμουν γυμνή.
Πώς ήταν η ατμόσφαιρα εκείνο το βράδυ της παράστασης — το κοινό, τα φώτα, ο ήχος εκείνης της ορχήστρας στον αέρα της Αργολίδας;
Η ατμόσφαιρα στο θέατρο το βράδυ της 6ης Αυγούστου 1961 ήταν μεγαλειώδης. Από μέρες είχε ακουστεί ότι την παράσταση θα παρακολουθούσαν, εκτός από τον Ωνάση, προσωπικότητες από την Ελλάδα και το εξωτερικό αλλά και μέλη της Βασιλικής οικογένειας. Όλες οι κερκίδες ήταν γεμάτες με 15.000 θεατές, οι οποίοι σε κάθε παύση μας χειροκροτούσαν ασταμάτητα.
Ο ήχος τής Ορχήστρας ήταν απαλός: Ακολουθούσε και συνόδευε τις φωνές μας. Δεν μας κάλυπτε, κάτι που, δυστυχώς, συμβαίνει συχνά στις μέρες μας.

Η ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ — Η ΓΥΝΑΙΚΑ, Η ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΔΑ, Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ
Ποια ήταν η πρώτη σας εντύπωση από τη Μαρία Κάλλας — όχι από την καλλιτέχνιδα, αλλά από τη γυναίκα; Πώς ήταν σε μια πρόβα, σε μια στιγμή ανάπαυλας; Πώς συμπεριφερόταν απέναντι στον Χορό — στους ανθρώπους γύρω της, σε εσάς; Υπήρχε επαφή, επικοινωνία, ή ήταν αποστασιοποιημένη;
Μόνον με ένα επίθετο θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την Κάλλας: "Απλή". Τις περισσότερες φορές ερχόταν στις πρόβες με ένα μαύρο φόρεμα. Με ένα ευγενικό χαμόγελο προς όλους, χωρίς έπαρση και χωρίς ίχνος εγωισμού. Ακολουθούσε τις οδηγίες τού σκηνοθέτη με θρησκευτική ευλάβεια χωρίς ποτέ να την ακούσουμε να έχει αντίρρηση σε κάτι ή να εκφράσει μια διαφορετική άποψη. Προσπαθούσε να αποδώσει με τελειότητα την κάθε λεπτομέρεια στην κίνησή της. Στα διαλείμματα, συνήθιζε να συζητάει με τον σκηνοθέτη και τον Μαέστρο.
Υπάρχει μια στιγμή από κάποια πρόβα που έχετε χαράξει στη μνήμη σας — μια φράση της, μια κίνηση, μια αντίδρασή της που θυμάστε σαν να ήταν χθες;
Στον Χορό, η Κάλλας έδινε ιδιαίτερη προσοχή. Έβλεπα ότι παρακολουθούσε με ενδιαφέρον και τις πρόβες στα δικά μας "μέρη". Ήθελε την επαφή, την αναζητούσε. Δεν ήταν απόμακρη. Βέβαια, κάποια στιγμή, ενώ εκείνη μιλούσε με τον Μινωτή μας άκουσε που συζητούσαμε, η αλήθεια είναι όχι ιδιαίτερα διακριτικά. Μας πλησίασε και με χαμηλή φωνή μας είπε: "Παρακαλώ, εδώ κάνουμε τέχνη". Από τότε, δεν χρειάστηκε, ποτέ άλλοτε, να μας κάνει άλλη παρατήρηση.

Η φωνή της Κάλλας σε ζωντανή πρόβα, σε κλειστό χώρο — πώς ήταν αυτή η εμπειρία; Διαφορετική από αυτό που ακούγεται στις ηχογραφήσεις;
Η φωνή της ήταν ένα υπέροχο και μοναδικό άκουσμα για όλους εμάς που είχαμε την τύχη να βρισκόμαστε μαζί της στη σκηνή. Ξεχωριστή και ιδιαίτερη, με πολύ πάθος. Θεωρώ ότι στις διάφορες ηχογραφήσεις που έκανε, η ποιότητά της, βέβαια, ήταν πάντα η ίδια αλλά το πάθος δεν ήταν δυνατόν να αποτυπωθεί με τον ίδιο τρόπο, στο βινύλιο.
Λέγεται ότι η παράσταση αυτή σφράγισε την ολοκλήρωση της δραματικής ερμηνείας της Κάλλας στη Μήδεια — η Επίδαυρος ήταν κάτι ιδιαίτερο για εκείνη; Το αισθανόσαστε αυτό;
Γνωρίζουμε όλοι, εκ των υστέρων, ότι η τελευταία παράσταση της Κάλλας σε Λυρικό Θέατρο στην Ελλάδα ήταν το ‘61 στην Επίδαυρο με τη Μήδεια.
Είναι γεγονός ότι στη Μήδεια η δραματική ερμηνεία τής Κάλλας απογειώθηκε σε δυσθεώρητα ύψη και είναι κάτι που ενδεχομένως το καταλάβαινε και η ίδια. Και εμείς όμως, στο Χορό, μπορούσαμε να αισθανθούμε ότι κάτι το ιδιαίτερο συνέβαινε "επί σκηνής", κάτι το ανεπανάληπτο γινόταν μπροστά στα μάτια μας.
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ 65 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ — Η ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ
Όταν περάσατε ξανά την πύλη του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου το Σάββατο, ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που σκεφτήκατε ή αισθανθήκατε;
Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι είμαι πραγματικά ευλογημένη που συνεχίζω να ζω και μπορώ να ξαναπατώ το πόδι μου στην Επίδαυρο, τη στιγμή που -το πιθανότερο έως βέβαιο είναι ότι- όλοι οι συντελεστές εκείνης της παράστασης, έχουν πια φύγει απ’ τη ζωή. Ένοιωσα ένα δέος, πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που ένοιωσα την πρώτη φορά το καλοκαίρι του ’61: "Ήμουν ακόμη ζωντανή, στη σκηνή…".
Καθώς παρακολουθούσατε την παράσταση, ήρθαν στιγμές που το 1961 "ξύπνησε" μπροστά σας; Τι σας "ταξίδεψε" πίσω;
Δεν ήρθαν απλώς στιγμές που το 1961 "ξύπνησε" μέσα μου αλλά ολόκληρη η παράσταση ξεδιπλώθηκε μπροστά μου: Η θεϊκή μορφή τού ιερού τέρατος, η επί 30 χρόνια καλή μου φίλη Κική Μορφονιού, όλες οι συνάδελφοι τού Χορού, η συγκλονιστική μουσική από την ορχήστρα, η δασκάλα μας Μαρία Χορς, ο διευθυντής μας Μιχάλης Βούρτσης, ο Μινωτής και ο Τσαρούχης. Με "ταξίδεψε" πίσω, η από κάθε άποψη απόλυτα επιτυχημένη αναβίωση τής Μήδειας: Τα σχεδόν ίδια λιτά σκηνικά αλλά και η υπέροχη ανασύσταση των κουστουμιών από την κ. Τότα Πρίτσα. Αξίζουν εύσημα στον Καλλιτεχνικό Δ/ντή τής ΕΛΣ κ. Γιώργο Κουμεντάκη, που πήρε τη γενναία απόφαση αλλά και το ρίσκο, να αναβιώσει την παράσταση τού 1961 και όχι να επιλέξει μια μοντέρνα σκηνοθετική προσέγγιση τής Μήδειας, σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα στον κόσμο τής όπερας. Γιατί ρίσκο; Γιατί μια τέτοια αναβίωση, 65 χρόνια μετά, με χιτώνες, χλαμύδες, σανδάλια και κράνη, ενδεχομένως θα μπορούσε -στην εποχή μας- να εκληφθεί ως παρωχημένη, κάτι όμως το οποίο σε καμία περίπτωση δεν συνέβη.
Πώς σας φάνηκε η Άννα Πιρότσι στον ρόλο της Μήδειας σε σχέση με την Κάλλας; Όχι ως σύγκριση δύο "αντιπάλων" — αλλά ως δύο διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας ηρωίδας;
Κατ’ αρχήν να διευκρινίσω κάτι σημαντικό: Σύγκριση της Κάλλας όχι μόνον με την κ. Άννα Πιρότσι, αλλά και με οποιαδήποτε άλλη σύγχρονη prima donna δεν μπορεί, δεν πρέπει και είναι άδικο να γίνει. Η Κάλλας ήταν μία κατηγορία από μόνη της. Υπό αυτή την έννοια, η Κάλλας δεν είχε αλλά ούτε -μέχρι σήμερα- έχει "αντίπαλο". Όμως, η κ. Πιρότσι ερμήνευσε τη Μήδεια με τα δικά της εκφραστικά της μέσα, τα οποία προσωπικά βαθμολογώ με "Άριστα, 10" καθόσον με έπεισε 100% για το απαράμιλλο ταλέντο που διαθέτει.
Τα κοστούμια του Τσαρούχη, τα σκηνικά, η χορογραφία — όσα έχουν αναστηλωθεί από εκείνη την παράσταση. Πόσο πιστή σας φάνηκε η ανασύνθεση στο πνεύμα εκείνου που ζήσατε;
Όλα ανεξαιρέτως, μου φάνηκαν γνήσια και πιστά αντίγραφα εκείνης τής παράστασης. Μετέφεραν ολοζώντανο -αν μπορώ να χρησιμοποιήσω τη λέξη αυτή- το κλίμα τής παράστασης του ’61, με εξαίρεση τα φωτιστικά και ηχητικά εφέ, προς το τέλος, τα οποία ναι μεν δεν υπήρχαν το 1961, όμως ήταν απόλυτα ταιριασμένα με το ύφος τής όλης σκηνοθετικής προσέγγισης τού κ. Παγουλάτου, δίνοντας μάλιστα την απαραίτητη -αλλά και με απόλυτο σεβασμό προς την παράσταση του ’61- "πινελιά" τής χρήσης τής τεχνολογίας του 21ου αιώνα.
Ενενήντα επτά χρόνια — τι σας μένει τελικά από εκείνη τη νύχτα του 1961; Και τι σας αφήνει αυτή η νέα βραδιά, 65 χρόνια μετά;
Τι σύμπτωση! Κλείνω σήμερα τα 96 και μπαίνω στα 97. Σημαδιακή ημέρα. Από τη νύχτα τής 6ης Αυγούστου τού ‘61 εξακολουθεί να μένει ολοζώντανο στην ψυχή μου εκείνο το δροσερό 30χρονο κορίτσι που γεμάτο όνειρα και αισιοδοξία για τη ζωή, που ξεκινούσε την καλλιτεχνική σταδιοδρομία του στο Θέατρο τής Επιδαύρου. Την ίδια βραδιά τραγούδησα για πρώτη φορά με τη Λυρική, στην ίδια σκηνή με την μοναδική Μαρία Κάλλας, που έμελλε να κάνει την τελευταία επίσημη εμφάνισή της στην Ελλάδα. Κάποιες συγκυρίες δεν είναι απίστευτες;
Η βραδιά τής 20ης Ιουνίου 2026 μου αφήνει την πιο γλυκιά γεύση στη ζωή: Τη γεύση μιας συνεχιζόμενης συμμετοχής σε κάτι ανεπανάληπτο που έζησα πριν 65 χρόνια και με αξίωσε ο Θεός να ξαναζήσω πάλι, χάρη στα αγαπημένα πρόσωπα τής οικογένειάς μου. Νιώθω, για μια ακόμη φορά, πραγματικά ευτυχισμένη στη ζωή μου. Σας ευχαριστώ.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr

