Μια απλή εξέταση αίματος ίσως προβλέψει αν συμπτώματα της νόσου Αλτσχάιμερ θα εμφανιστούν μέσα στα επόμενα πέντε ή ακόμη και δέκα χρόνια, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA και παρουσιάστηκε στο Διεθνές Συνέδριο της Ένωσης για τη Νόσο Αλτσχάιμερ, που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ηλικιωμένοι χωρίς κανένα σύμπτωμα, αλλά με πολύ υψηλά επίπεδα του βιοδείκτη p-tau217, είχαν 38% πιθανότητα να εμφανίσουν γνωστική έκπτωση μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια. Ο κίνδυνος αυτός αυξανόταν στο 78% μέσα σε μία δεκαετία.
Παρότι τα ακριβή αίτια της νόσου παραμένουν άγνωστα, δύο χαρακτηριστικά παθολογικά ευρήματα στον εγκέφαλο των ασθενών είναι οι πλάκες β-αμυλοειδούς και τα νευροϊνιδιακά συμπλέγματα της πρωτεΐνης tau, τα οποία σχετίζονται με τον εκφυλισμό και τον θάνατο των νευρικών κυττάρων.
Η εξέταση αίματος μετρά μια τροποποιημένη μορφή της πρωτεΐνης tau (p-tau217), τα επίπεδα της οποίας αντανακλούν σε σημαντικό βαθμό τόσο τη συσσώρευση αμυλοειδούς όσο και την εξέλιξη των παθολογικών αλλοιώσεων στον εγκέφαλο.
Σήμερα, η εξέταση χρησιμοποιείται ως βοήθημα στη διάγνωση ατόμων που ήδη παρουσιάζουν προβλήματα μνήμης ή άλλες γνωστικές διαταραχές, προκειμένου να διαπιστωθεί αν τα συμπτώματα οφείλονται στη νόσο Αλτσχάιμερ ή σε κάποια άλλη μορφή άνοιας.
"Καλύτερα να περιμένει κανείς μέχρι να υπάρχει μια θεραπευτική παρέμβαση που να μπορεί να αξιοποιήσει το αποτέλεσμα της εξέτασης", επισημαίνει η δρ. Ρέιζα Σπέρλινγκ, από το Ινστιτούτο Νευροεπιστημών Mass General Brigham, η οποία ηγήθηκε της μελέτης, μεταδίδει το CBS.
Όπως εξηγεί, ακόμη κι αν κάποιος πληροφορούνταν σήμερα ότι διατρέχει αυξημένο κίνδυνο, οι ιατρικές συστάσεις δεν θα άλλαζαν: ισορροπημένη διατροφή, ποιοτικός ύπνος, τακτική σωματική άσκηση και διατήρηση της κοινωνικής και πνευματικής δραστηριότητας.
Πώς έγινε η έρευνα
Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε στοιχεία από 2.684 ηλικιωμένους, οι οποίοι δεν παρουσίαζαν προβλήματα μνήμης όταν εντάχθηκαν σε μακροχρόνιες μελέτες για τη νόσο Αλτσχάιμερ. Κατά την έναρξη της συμμετοχής τους υποβλήθηκαν στην εξέταση αίματος για τον βιοδείκτη p-tau217 και στη συνέχεια αξιολογούνταν κάθε χρόνο ως προς τις γνωστικές τους λειτουργίες.
Από το 2004, όταν εντάχθηκαν οι πρώτοι συμμετέχοντες, έως και το 2024, 478 άτομα εμφάνισαν γνωστική έκπτωση. Αντίθετα, όσοι είχαν πολύ χαμηλές τιμές του βιοδείκτη παρουσίασαν εξαιρετικά μικρή πιθανότητα να εμφανίσουν προβλήματα μνήμης ή σκέψης μέσα στα επόμενα πέντε έως δέκα χρόνια.
Ένα ακόμη βήμα προς την έγκαιρη διάγνωση
Η πρόβλεψη της νόσου Αλτσχάιμερ εξακολουθεί να αποτελεί μεγάλη πρόκληση. Πολλοί άνθρωποι εμφανίζουν σημαντική συσσώρευση αμυλοειδούς στον εγκέφαλό τους χωρίς να αναπτύξουν ποτέ άνοια.
Η επικρατέστερη επιστημονική θεωρία υποστηρίζει ότι, όταν η συσσώρευση του αμυλοειδούς ξεπεράσει ένα κρίσιμο όριο, ενεργοποιείται μια παθολογική μορφή της πρωτεΐνης tau, η οποία σχηματίζει τα χαρακτηριστικά νευροϊνιδιακά συμπλέγματα και οδηγεί σταδιακά στην εμφάνιση των συμπτωμάτων.
Σύμφωνα με τη δρ. Σπέρλινγκ, τα ευρήματα δείχνουν ότι ο βιοδείκτης p-tau217 λειτουργεί σαν ένας "δείκτης προόδου" της νόσου. Όσο υψηλότερα είναι τα επίπεδά του τόσο πιο προχωρημένη φαίνεται να είναι η υποκείμενη παθολογική διαδικασία.
Παρότι οι ειδικοί χαρακτηρίζουν τα αποτελέσματα ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, επισημαίνουν ότι είναι ακόμη νωρίς για οριστικά συμπεράσματα.
Ένας από τους βασικούς περιορισμούς της μελέτης είναι ότι μόνο μικρός αριθμός συμμετεχόντων παρακολουθήθηκε για ολόκληρη τη δεκαετία. Για τον λόγο αυτό, η πρόβλεψη του κινδύνου σε βάθος δέκα ετών θεωρείται λιγότερο αξιόπιστη από την αντίστοιχη της πενταετίας.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
