Η διαλειμματική νηστεία πράγματι μπορεί να συμβάλει στην απώλεια βάρους. Ωστόσο, υπάρχει το ερώτημα εάν τα οφέλη κατανέμονται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις ηλικιακές ομάδες και αν υπάρχουν κίνδυνοι που δεν είναι άμεσα ορατοί.
Η διαλειμματική νηστεία, είτε με τη μορφή των χρονικά περιορισμένων γευμάτων (time-restricted eating) είτε μέσω του μοντέλου 5:2, έχει γνωρίσει φανατικό κοινό. Στην πρώτη περίπτωση, η κατανάλωση τροφής περιορίζεται συνήθως σε ένα διάστημα οκτώ ωρών, ενώ τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας ακολουθείται νηστεία. Στη δίαιτα 5:2, τρώμε φυσιολογικά για πέντε ημέρες την εβδομάδα και οι θερμίδες μειώνονται στο ελάχιστο τις άλλες δύο.
Μια πρόσφατη, εκτενής ανάλυση 28 κλινικών δοκιμών με περισσότερους από 1.800 ενήλικες, έδειξε ότι η διαλειμματική νηστεία μειώνει το σωματικό βάρος και τον δείκτη μάζας σώματος (BMI), ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου. Η λεπτομερής εξέταση των δεδομένων, όμως, αποκάλυψε ότι οι επιπτώσεις στο μεταβολισμό διαφέρουν σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Οι αλλαγές που βιώνει ένας άνθρωπος στα 20 του χρόνια δεν είναι ίδιες με εκείνες ενός ατόμου άνω των 60. Το εύρημα αυτό αμφισβητεί την προσέγγιση "ένα μοντέλο για όλους", υποδεικνύοντας ότι, παρότι η απώλεια βάρους είναι κοινό αποτέλεσμα, οι επιπτώσεις στην υγεία επηρεάζονται καθοριστικά από την ηλικία.

Όταν η απώλεια λίπους συνοδεύεται από απώλεια μυϊκής μάζας
Ένα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα της μελέτης, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients, ήταν ότι σε αρκετές περιπτώσεις σημαντικό μέρος του χαμένου βάρους δεν προερχόταν μόνο από λίπος αλλά και από άλιπη μάζα σώματος, δηλαδή κυρίως από μυϊκό ιστό.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, κατά την απώλεια βάρους το 20%-30% των κιλών που χάνονται αντιστοιχεί συνήθως σε μυϊκή μάζα. Σε μία από τις κλινικές δοκιμές που εξετάστηκαν, το ποσοστό αυτό έφτασε στο εντυπωσιακό 65%.
Χωρίς κατάλληλο σχεδιασμό, η διαλειμματική νηστεία μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο σε χαμηλότερο βάρος, αλλά και σε μειωμένη μυϊκή δύναμη. Ο κίνδυνος αυτός είναι ιδιαίτερα σημαντικός για τους μεγαλύτερους σε ηλικία, καθώς η φυσική απώλεια μυϊκής μάζας επιταχύνεται με την πάροδο των ετών.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η προστασία των μυών είναι κρίσιμης σημασίας. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η συστηματική άσκηση με αντιστάσεις και η επαρκής πρόσληψη πρωτεΐνης μπορούν να περιορίσουν ή και να αποτρέψουν τη μυϊκή απώλεια.
Σε μελέτες όπου η διαλειμματική νηστεία συνδυάστηκε με αερόβια άσκηση ή προπόνηση με βάρη, οι συμμετέχοντες έχασαν λίπος διατηρώντας παράλληλα τη μυϊκή τους μάζα. Χαρακτηριστικά, έρευνα που εξέτασε την εναλλάξ ημερήσια νηστεία σε συνδυασμό με άσκηση κατέγραψε μέση απώλεια έξι κιλών σωματικού βάρους, εκ των οποίων τα πέντε κιλά προέρχονταν από λίπος, χωρίς καμία απώλεια μυϊκής μάζας. Παράλληλα, η LDL ("κακή") χοληστερόλη μειώθηκε κατά 12%.
Η απρόσμενη αύξηση της "κακής" χοληστερόλης
Παρότι αρκετοί δείκτες υγείας φαίνεται να βελτιώνονται με τη διαλειμματική νηστεία, ένα εύρημα προκάλεσε προβληματισμό στους επιστήμονες: η μέση τιμή της LDL χοληστερόλης παρουσίασε αύξηση σε όλες σχεδόν τις ηλικιακές ομάδες. Το αποτέλεσμα αυτό έρχεται σε αντίθεση με προηγούμενες αναλύσεις, οι οποίες είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διαλειμματική νηστεία συνήθως μειώνει τα επίπεδα της LDL.
Στη συγκεκριμένη ανασκόπηση, τα επίπεδα LDL εμφάνισαν τάση αύξησης μετά την εφαρμογή των πρωτοκόλλων νηστείας. Ακόμη και αν βελτιώνονται το σάκχαρο και τα τριγλυκερίδια, όσοι ακολουθούν συστηματικά διαλειμματική νηστεία καλό είναι να ελέγχουν τακτικά τα επίπεδα χοληστερόλης τους.
Οι συγγραφείς της μελέτης χαρακτηρίζουν τη διαλειμματική νηστεία ως "ένα αποτελεσματικό εργαλείο διαχείρισης του σωματικού βάρους", υπογραμμίζοντας όμως ότι δεν αποτελεί πανάκεια.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr

