Μακάρι να ανακαινιζόταν μαζί με το ξενοδοχείο και το σύνολο της ελληνικής mainstream τουριστικής κληρονομιάς των 80s.
Γιατί αυτή η δεκαετία άφησε πίσω της ένα αποτύπωμα που ακόμα ορίζει και συχνά παραμορφώνει, την εικόνα του δομημένου τοπίου μας. Τσιμέντο χωρίς πρόθεση, όγκος χωρίς λόγο, κτίρια που δεν ήξεραν πού ανήκουν.
Κι όμως, στο Ρέθυμνο, ένα τέτοιο κτίριο βρήκε επιτέλους τον εαυτό του. Οι Poliedro Architects επέλεξαν να μείνουν σε αυτό που άλλοι θα κατεδάφιζαν αδίστακτα. Ένα ξενοδοχείο των 80s, με όλη την αδεξιότητα που η εποχή επέβαλλε, έγινε το σπίτι τους. Όχι παρά τα ελαττώματά του, αλλά μέσα από αυτά. Η κίνηση αυτή καθαυτή λέει κάτι βαθύ για το πώς αντιλαμβάνονται την
αρχιτεκτονική: όχι ως πράξη επιβολής μιας νέας τάξης, αλλά ως συνομιλία με ό,τι ήδη υπάρχει.

Η διαδικασία ξεκίνησε με μια ριζική αποκάλυψη. Το κτίριο απογυμνώθηκε ως τα κόκαλά του, ο φέρων οργανισμός ήρθε στο φως, γυμνός και χωρίς διακόσμηση και φτιασίδια. Εκεί που ένας άλλος αρχιτέκτονας θα έσπευδε να καλύψει τα σημάδια του χρόνου, οι Poliedro τα ανέδειξαν.
Το εμφανές σκυρόδεμα δεν είναι αισθητική επιλογή εδώ, είναι δήλωση στάσης. Το κτίριο δεν ντρέπεται για την ηλικία του. Φέρει την ιστορία του με τρόπο που θυμίζει πρόσωπο που δεν ζητάει συγγνώμη για τις ρυτίδες του.
Από εκεί και πέρα, η πρόκληση ήταν τεχνική όσο και φιλοσοφική: πώς φέρνεις φως σε έναν βαρύ και κλειστό φορέα; Οι όψεις δεν τρυπήθηκαν απλώς για να μπουν παράθυρα.

Διαμορφώθηκαν ως πρισματικές εγκοπές που παίζουν με την ίδια τη σχέση ανάμεσα στον όγκο και τη φωτεινότητα. Το αποτέλεσμα δεν είναι χώρος που φωτίζεται, αλλά χώρος που ζει μέσα στο φως, με βάθος, σκιές και μια συνεχή μεταβολή ανάλογα με την ώρα της μέρας.
Το ισόγειο έχει έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Φτιαγμένο από υαλότουβλα, αποκτά μια ημιδιαφάνεια που το κάνει να φαίνεται σαν να αιωρείται ο βαρύτερος όγκος πάνω από μια φωτεινή βάση. Η αντίθεση είναι σκόπιμη και αποτελεσματική: το βαρύ και το ελαφρύ, το αδιαπέραστο και το διαφανές, το παλιό και το νέο συνυπάρχουν χωρίς να ακυρώνει το ένα το άλλο.

Στο εσωτερικό, η αυστηρότητα του τσιμεντένιου κελύφους συναντά κάτι εντελώς απροσδόκητο: δύο καμπύλες ξύλινες γραμμές που οργανώνουν τον χώρο με τρόπο ταυτόχρονα λειτουργικό και αισθητηριακό. Δεν πρόκειται για κλασικούς τοίχους ή παρτισιόν, είναι επιπλωμένα όρια που ενσωματώνουν αποθηκευτικούς χώρους, οδηγούν την κίνηση, διαχειρίζονται το φως.
Η ζωή μέσα στο σπίτι δεν κατανέμεται σε δωμάτια με κλειστές πόρτες, αλλά ρέει σε μια ακολουθία χώρων που αλλάζουν χαρακτήρα χωρίς να χάνουν τη συνέχειά τους. Η επιλογή των υλικών ακολουθεί την ίδια λογική συνδιαλλαγής.

Δρυς, μάρμαρο, πέτρα και εμφανές σκυρόδεμα δεν συγκρούονται, συνομιλούν. Το καθένα φέρει τη δική του χρονικότητα, τη δική του υφή, τη δική του μνήμη. Και τα παλιά δοκάρια παραμένουν εκεί, ορατά, σαν υπενθύμιση ότι αυτό το σπίτι δεν κτίστηκε εκ νέου, μεταμορφώθηκε.
Αυτό είναι ίσως το πιο ειλικρινές πράγμα που μπορεί να κάνει ένας αρχιτέκτονας για τον εαυτό του: να επιλέξει να ζήσει όχι στην τελειότητα μιας λευκής σελίδας, αλλά μέσα στην πολυπλοκότητα ενός υπάρχοντος κειμένου.
Να το διαβάσει, να το σεβαστεί, και μετά, μόνο μετά, να του προσθέσει τη δική του γραμμή. Να κάνει ένα "remix”, στο αρχικό τραγούδι, που είναι όμως αρκετό για να υποδηλώσει την ταυτότητα του.
Φωτογραφία: Studio Nikos Kouklakis
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr