Αλλάζοντας επάγγελμα, συνέχισε να σχεδιάζει, αλλά όπως υποστηρίζει ο ίδιος άλλαξε κλίμακα. Δηλαδή, δεν άλλαξε ταυτότητα όταν αποφάσισε να δημιουργήσει το δικό του brand ένδυσης κατά τη διάρκεια της καραντίνας του Covid-19. Απλώς αναγνώρισε κάτι που ήξερε εδώ και καιρό: ότι ο σχεδιαστής κτιρίων και ο σχεδιαστής ρούχων μοιράζονται, στην ουσία, την ίδια γλώσσα.
Η ρίζα αυτής της διπλής ευαισθησίας βρίσκεται στα παιδικά του χρόνια. Εγγονός Γάλλου από τη Μασσαλία που ερωτεύτηκε μια Ελληνίδα που είχε γλιτώσει από τη Μικρασιατική καταστροφή, ο Μπαρελιέ μεγάλωσε ανάμεσα σε δύο κόσμους και δύο αισθητικές. Ο πατέρας του, διευθυντής ξενοδοχείου, ντυνόταν κάθε μέρα με κοστούμια και σακάκια, μια εικόνα που έμεινε. Αλλά η μεγαλύτερη επιρροή ήταν η γιαγιά του, επαγγελματίας μοδίστρα, στης οποίας το ατελιέ ο μικρός Νικόλας έκανε τις πρώτες του "παραγγελίες", κοστούμια Αποκριών που έραβε εκείνη με υπομονή και χαμόγελο. Ήταν εκείνη η στιγμή, λέει ο ίδιος, που έπεσε ο σπόρος. Ο ίδιος σπόρος που χρόνια αργότερα, μέσα στη σιωπή μιας επιβεβλημένης από τις συνθήκες, ακινησίας, θα φύτρωνε επιτέλους.
Το 2020, όταν η πανδημία πάγωσε τις αρχιτεκτονικές δραστηριότητες και ο χρόνος ξαφνικά απόκτησε βάθος, ο Μπαρελιέ αποφάσισε. "Ή τώρα ή ποτέ", είπε στον εαυτό του. Με το χαρτί της ελεύθερης μετακίνησης στο χέρι, επισκεπτόταν βιοτεχνίες που κι αυτές είχαν σταματήσει και βρήκε ακριβώς εκεί αυτό που χρειαζόταν: ανθρώπους με χρόνο να ακούσουν, διάθεση να πειραματιστούν και τεχνογνωσία να υλοποιήσουν. Σε κανονικές συνθήκες, η ιδέα ενός αρχιτέκτονα που εμφανίζεται σε βιοτεχνία υφασμάτων με σκίτσα ρούχων θα συναντούσε πόρτα κλειστή. Η καραντίνα έγινε το απρόβλεπτο παράθυρο που άνοιξε τελικά αυτή τη δυνατότητα.
Το brand που γεννήθηκε από αυτή τη συγκυρία ονομάστηκε Scala και το όνομα δεν είναι τυχαίο. Παραπέμπει ταυτόχρονα στις αρχιτεκτονικές κλίμακες σχεδίου, εκείνες που ο αρχιτέκτονας διατρέχει από το ευρύ στο λεπτομερές, και στην έννοια της ανάβασης, της αδιάκοπης επιδίωξης μιας καλύτερης εκδοχής του εαυτού μας. Πίσω από αυτή τη φιλοσοφία κρύβεται μια βαθύτερη πεποίθηση: ότι το ντύσιμο δεν είναι απλώς επιλογή εικόνας, αλλά έκφραση εσωτερικής στάσης απέναντι στη ζωή.
Η σύνδεση μεταξύ αρχιτεκτονικής και μόδας, όπως ο Μπαρελιέ την έχει αναλύσει, δεν είναι μεταφορική. Είναι δομική. Στην αρχιτεκτονική, το αφετήριο σημείο κάθε σχεδιαστικής διαδικασίας είναι ο τόπος — το οικόπεδο, τα χαρακτηριστικά του εδάφους, το ευρύτερο περιβάλλον με τις κλίσεις, τις αναλογίες και τη μοναδικότητά του. Ο αρχιτέκτονας δεν σχεδιάζει στο κενό: αφουγκράζεται τον τόπο, τον παρατηρεί, τον διαβάζει, και μόνο έπειτα αρχίζει να φαντάζεται το έργο. Στη μόδα, αυτός ο "τόπος" δεν είναι άλλος από το ανθρώπινο σώμα. Με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, τις αναλογίες του, τα σημεία που αξίζει να αναδειχθούν και εκείνα που χρειάζονται επιδέξιο χειρισμό. Ο σχεδιαστής ρούχων, τουλάχιστον εκείνος που δουλεύει με ουσία, κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα.
Παρόμοια είναι και η λογική των κλιμάκων. Ο αρχιτέκτονας ξεκινά από τη μεγάλη εικόνα και κατεβαίνει σταδιακά στη λεπτομέρεια, μέχρι να φτάσει στο 1:1, εκεί όπου το κτίριο αγγίζει τελικά τον άνθρωπο. Ο σχεδιαστής ρούχων ξεκινά και καταλήγει ακριβώς εκεί, σε εκείνη την κλίμακα — χωρίς ενδιάμεσα στάδια, κατευθείαν στη σχέση υφάσματος και σώματος. Από αυτή την αντιστροφή πηγάζει μια βαθιά αλήθεια: το σχέδιο μόδας είναι η πιο ανθρωποκεντρική μορφή σύνθεσης που υπάρχει.
Κοινός τόπος των δύο τεχνών είναι επίσης η σχέση εξωτερικής εμφάνισης και εσωτερικής ουσίας. Στην αρχιτεκτονική, μια εντυπωσιακή πρόσοψη χωρίς λειτουργικό και συνεκτικό εσωτερικό παραμένει κενή νοήματος, ένα σκηνικό χωρίς παράσταση. Αντίστοιχα, ένα ένδυμα που κερδίζει το μάτι αλλά αγνοεί το σώμα που το φοράει δεν εκπληρώνει την αποστολή του. Η βαθύτερη αισθητική ποιότητα, είτε σε έναν χώρο είτε σε ένα ρούχο, προκύπτει από την αρμονία ανάμεσα στο ορατό και το βιωματικό. Από το πόσο φυσικά και άνετα λειτουργεί κανείς μέσα σε αυτό που το περιβάλλει.
Υπάρχει ακόμα η διαχρονικότητα, ίσως το πιο σημαντικό κοινό σημείο. Η αρχιτεκτονική που κυνηγά τις τάσεις γερνά μαζί τους· εκείνη που σχεδιάζεται με γνώμονα την ουσία του τόπου και τις αληθινές ανάγκες του ανθρώπου αντέχει στο χρόνο χωρίς να φαίνεται παρωχημένη. Το ίδιο ισχύει για ένα ένδυμα φτιαγμένο αποκλειστικά για ένα συγκεκριμένο σώμα: ξεπερνά τις εποχές γιατί η αφετηρία του δεν ήταν ποτέ η αγορά αλλά ο άνθρωπος.
Ο στόχος του Μπαρελιέ είναι συγκεκριμένος και ανθρώπινος: να μπαίνει κάποιος σε ένα ρούχο Scala και να αλλάζει η έκφρασή του. Να νιώθει τη μεταμόρφωση στο σώμα του και στη στάση του. Δεν μιλά για πολυτέλεια με την κλασική έννοια, αλλά για αυτό που ο ίδιος ονομάζει "εκδημοκρατισμό του στυλ" — την ιδέα ότι το καλά σχεδιασμένο, καλοκαμωμένο ένδυμα μπορεί να είναι προσιτό και ταυτόχρονα αναντικατάστατο. Made in Greece, με υψηλή ραπτική, χωρίς να έχει τίποτα να ζηλέψει από αντίστοιχα brand του εξωτερικού.
Ο Νικόλας Μπαρελιέ δεν έκανε στροφή. Πραγματοποίησε μια αντιστοιχία, από τη γλώσσα των κτιρίων στη γλώσσα των ρούχων, χρησιμοποιώντας το ίδιο λεξιλόγιο: αναλογίες, υλικά, υφές, χρώματα, ανθρώπινο μέτρο. Και αποδεικνύει, με κάθε σχέδιο και κάθε ραφή, ότι όταν η αρχιτεκτονική αποφασίσει να ντυθεί, ξέρει να το κάνει πολύ καλά.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
