Το επενδυτικό του αποτύπωμα στην εγχώρια χρηματιστηριακή αγορά επεκτείνει ο Βαγγέλης Μαρινάκης, καθώς ξεκινά από σήμερα η δημόσια εγγραφή για τη νέα του ναυτιλιακή εταιρεία που θα διαπραγματεύεται στο Euronext Athens.
Μετά την είσοδο της Alter Ego Media στο Χρηματιστήριο Αθηνών, του ομίλου στον οποίο ανήκουν το Mega, "Τα Νέα" και "Το Βήμα", αλλά και την άντληση εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ μέσω ναυτιλιακών ομολόγων, ο Έλληνας εφοπλιστής κάνει ένα ακόμη βήμα στην ελληνική αγορά. Αυτή τη φορά φέρνει στο Χρηματιστήριο μια εταιρεία με πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, η οποία φιλοδοξεί να συγκεντρώσει έως 300 εκατ. ευρώ από επενδυτές.
Το νέο εγχείρημα έχει ήδη προσελκύσει τέσσερα από τα γνωστότερα ονόματα του ελληνικού επιχειρείν. Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος, ο Σωκράτης Κόκκαλης, ο Γιάννης Βαρδινογιάννης και ο Γιώργος Περιστέρης, μέσω εταιρειών συμφερόντων τους, έχουν δεσμευτεί να επενδύσουν συνολικά 70 εκατ. ευρώ στη νέα ναυτιλιακή του Μαρινάκη.
Πρόκειται για μια κίνηση με ιδιαίτερη σημασία, καθώς για πρώτη φορά ο ναυτιλιακός όμιλος του Βαγγέλη Μαρινάκη επιλέγει να εισαγάγει μια εταιρεία αποκλειστικά στο ελληνικό Χρηματιστήριο και όχι σε κάποια από τις μεγάλες αγορές του εξωτερικού.
Άλλωστε, ο Έλληνας εφοπλιστής δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενος στις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές. Διαθέτει ήδη δύο εισηγμένες ναυτιλιακές εταιρείες, μία στη Νέα Υόρκη και μία στο Όσλο, οι οποίες έχουν συνολικά 37 πλοία σε λειτουργία και άλλα 29 υπό ναυπήγηση.
Με τη νέα εταιρεία στην Αθήνα, ο συνολικός στόλος των τριών εισηγμένων ναυτιλιακών του ομίλου θα περιλαμβάνει 50 πλοία σε λειτουργία και 52 υπό ναυπήγηση, δηλαδή 102 πλοία συνολικά, όταν ολοκληρωθούν όλες οι προγραμματισμένες παραδόσεις.
Η νέα ναυτιλιακή και οι τέσσερις επιχειρηματίες που επενδύουν 70 εκατ. ευρώ
Η δημόσια προσφορά της Capital Maritime Finance (CMF) ξεκινά σήμερα, Τρίτη 13 Οκτωβρίου, και θα διαρκέσει έως την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου. Η έναρξη της διαπραγμάτευσης των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αθηνών έχει προγραμματιστεί για τις 20 Οκτωβρίου.
Η εταιρεία επιδιώκει να συγκεντρώσει περίπου 250 εκατ. ευρώ, με δυνατότητα το ποσό να φτάσει τα 300 εκατ. ευρώ. Η ανώτατη τιμή διάθεσης έχει οριστεί στα 7,84 ευρώ ανά μετοχή.
Ένα σημαντικό μέρος των χρημάτων που θέλει να αντλήσει η εταιρεία έχει ήδη εξασφαλιστεί μέσω δεσμεύσεων από τέσσερις γνωστούς επιχειρηματίες.
Ειδικότερα, εταιρείες συμφερόντων του Ευάγγελου Μυτιληναίου και του Σωκράτη Κόκκαλη έχουν δεσμευτεί να επενδύσουν από 20 εκατ. ευρώ, ενώ εταιρείες συμφερόντων του Γιάννη Βαρδινογιάννη και του Γιώργου Περιστέρη θα συμμετάσχουν με 15 εκατ. ευρώ η καθεμία.
Εν ολίγοις, πριν ακόμη ξεκινήσει η διαδικασία για το ευρύ επενδυτικό κοινό, έχουν υπάρξει δεσμεύσεις για 70 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 28% του βασικού στόχου της δημόσιας προσφοράς.
Η νέα εταιρεία δραστηριοποιείται στη μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων, δηλαδή των μεγάλων μεταλλικών κοντέινερ μέσα στα οποία μεταφέρονται καθημερινά εκατομμύρια προϊόντα, από ηλεκτρικές συσκευές και ρούχα μέχρι τρόφιμα και πρώτες ύλες.
Σήμερα διαθέτει 13 σύγχρονα πλοία, κατασκευής 2023 και 2024, ενώ έχει παραγγείλει άλλα 23. Όταν ολοκληρωθούν οι παραδόσεις, έως το 2028, ο στόλος της θα φτάσει τα 36 πλοία.
Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της εταιρείας είναι ότι δεν βασίζεται στις καθημερινές αυξομειώσεις των ναύλων, δηλαδή των χρημάτων που πληρώνουν οι πελάτες για να χρησιμοποιούν τα πλοία. Αντίθετα, έχει επιλέξει να τα νοικιάζει για πολλά χρόνια, εξασφαλίζοντας από νωρίς ένα μεγάλο μέρος των μελλοντικών της εσόδων.
Στους πελάτες της περιλαμβάνονται μεγάλοι διεθνείς όμιλοι μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, όπως η γαλλική CMA CGM και η Unifeeder.
Τα έσοδα που έχει ήδη εξασφαλίσει από αυτές τις μακροχρόνιες συμφωνίες φτάνουν περίπου τα 3,9 δισ. δολάρια, ενώ η μέση διάρκεια που απομένει μέχρι τη λήξη των συμβολαίων είναι 9,4 χρόνια.
Αυτό σημαίνει ότι η εταιρεία γνωρίζει από σήμερα ένα σημαντικό μέρος των χρημάτων που αναμένεται να εισπράξει τα επόμενα χρόνια, χωρίς να χρειάζεται να αναζητά συνεχώς νέους πελάτες για τα πλοία της, και ούτε να εξαρτάται από τα σκαμπανεβάσματα της αγοράς τα οποία προκαλούνται από τις γεωπολιτικές εξελίξεις λόγω των πολέμων και των κρίσεων
Η διοίκηση έχει θέσει επίσης ως στόχο να μοιράζει στους μετόχους το 60% έως 70% των προσαρμοσμένων καθαρών κερδών της, εφόσον το επιτρέπουν τα οικονομικά δεδομένα και οι σχετικές προϋποθέσεις.
Από τη Wall Street στο Όσλο: Οι δύο ναυτιλιακές που προηγήθηκαν
Η επιλογή της Αθήνας για τη νέα εισαγωγή έρχεται έπειτα από σχεδόν δύο δεκαετίες παρουσίας του ναυτιλιακού ομίλου Μαρινάκη στις διεθνείς αγορές.
Η αρχή έγινε το 2007, όταν η Capital Product Partners εισήχθη στο Nasdaq. Τότε η εταιρεία δραστηριοποιούνταν κυρίως στη μεταφορά πετρελαίου, πετρελαϊκών προϊόντων και χημικών φορτίων και ξεκίνησε τη χρηματιστηριακή της πορεία με στόλο οκτώ πλοίων.
Στα χρόνια που ακολούθησαν ο στόλος μεγάλωσε σημαντικά, ενώ η εταιρεία άλλαξε αρκετές φορές τον προσανατολισμό της, ακολουθώντας τις εξελίξεις στη διεθνή ναυτιλία.
Το 2018 είχε φτάσει να διαθέτει 36 πλοία. Τον Μάρτιο του 2019 προχώρησε στον διαχωρισμό του κλάδου των δεξαμενόπλοιων, ενώ στη συνέχεια ενίσχυσε την παρουσία της στα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων.
Η μεγάλη αλλαγή ήρθε από το 2021, όταν άρχισε να επενδύει συστηματικά στα πλοία μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), βλέποντας τις ευκαιρίες που δημιούργησε η αυξανόμενη ζήτηση για φυσικό αέριο και νέες μορφές ενέργειας.
Το 2024 η εταιρεία μετονομάστηκε σε Capital Clean Energy Carriers, σηματοδοτώντας τη στροφή της στις ενεργειακές μεταφορές.
Σήμερα η εταιρεία, που εξακολουθεί να διαπραγματεύεται στον Nasdaq, διαθέτει 21 πλοία σε λειτουργία. Από αυτά, τα 15 είναι πλοία μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου, ενώ ο στόλος περιλαμβάνει επίσης πλοία μεταφοράς υγραερίου, αμμωνίας και υγροποιημένου διοξειδίου του άνθρακα, καθώς και ένα πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων.
Επιπλέον, έχει άλλα 12 πλοία υπό ναυπήγηση, με παραδόσεις που εκτείνονται έως το 2029.
Η οικονομική της δραστηριότητα είναι επίσης σημαντική. Μόνο στο πρώτο εξάμηνο του 2026 τα έσοδά της έφτασαν τα 202,9 εκατ. δολάρια και τα καθαρά της κέρδη τα 47,1 εκατ. δολάρια.
Η δεύτερη μεγάλη κίνηση του Βαγγέλη Μαρινάκη στις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές έγινε πολύ πιο πρόσφατα, τον Μάρτιο του 2026.
Τότε η Capital Tankers εισήχθη στο Euronext Growth του Όσλο, στη Νορβηγία, συγκεντρώνοντας περίπου 500 εκατ. δολάρια από επενδυτές. Ήταν μία από τις μεγαλύτερες εισαγωγές ναυτιλιακής εταιρείας στη συγκεκριμένη αγορά εδώ και πολλά χρόνια.
Σε αντίθεση με την Capital Clean Energy Carriers, η Capital Tankers επικεντρώνεται στα δεξαμενόπλοια. Ο στόλος της αποτελείται σήμερα από 16 πλοία, μεταξύ των οποίων ένα VLCC, δηλαδή ένα από τα μεγαλύτερα δεξαμενόπλοια που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά αργού πετρελαίου, οκτώ Suezmax και επτά μικρότερα Aframax και LR2.
Η εταιρεία έχει ήδη παραγγείλει άλλα 17 δεξαμενόπλοια, με αποτέλεσμα ο στόλος της να αναμένεται να φτάσει τα 33 πλοία έως το 2028. Διατηρεί επίσης δικαιώματα για την απόκτηση επιπλέον 13 πλοίων.
Η είσοδός της στο χρηματιστήριο συνέπεσε με μια περίοδο ιδιαίτερα υψηλών ναύλων στην αγορά δεξαμενόπλοιων, γεγονός που αποτυπώθηκε και στα οικονομικά αποτελέσματά της.
Από την έναρξη λειτουργίας της, τον Ιανουάριο του 2026, έως το τέλος Ιουνίου, η Capital Tankers εμφάνισε έσοδα 183,6 εκατ. δολαρίων και καθαρά κέρδη 116 εκατ. δολαρίων.
Έτσι, μέσα από τρεις διαφορετικές εταιρείες, ο όμιλος Μαρινάκη αποκτά παρουσία σε τρεις βασικούς τομείς της παγκόσμιας ναυτιλίας: τη μεταφορά ενέργειας και φυσικού αερίου, τη μεταφορά πετρελαίου και τη μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων.
Τα 500 εκατ. ευρώ από τα ναυτιλιακά ομόλογα στην Ελλάδα
Η σχέση του Βαγγέλη Μαρινάκη με το ελληνικό Χρηματιστήριο είχε ξεκινήσει πριν από την απόφαση να φέρει τις μετοχές της νέας ναυτιλιακής στην Αθήνα.
Τα προηγούμενα χρόνια ο ναυτιλιακός του όμιλος είχε στραφεί στην ελληνική αγορά για να δανειστεί χρήματα μέσω εταιρικών ομολόγων.
Η πρώτη μεγάλη κίνηση έγινε το 2021, όταν η CPLP Shipping Holdings, με την εγγύηση της τότε Capital Product Partners, άντλησε 150 εκατ. ευρώ από την ελληνική αγορά, προσφέροντας επιτόκιο 2,65%. Το συγκεκριμένο ομόλογο εξοφλήθηκε πρόωρα τον Απρίλιο του 2026.
Στο μεταξύ, ο όμιλος είχε προχωρήσει και σε νέες εκδόσεις. Σήμερα διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αθηνών δύο ομόλογα, συνολικής αξίας 350 εκατ. ευρώ.
Το πρώτο είναι ύψους 100 εκατ. ευρώ, με επιτόκιο 4,40% και λήξη τον Ιούλιο του 2029. Το δεύτερο, ύψους 250 εκατ. ευρώ, εκδόθηκε το 2026, με επιτόκιο 3,75% και λήξη τον Φεβρουάριο του 2033.
Συνολικά, επομένως, οι τρεις εκδόσεις έχουν επιτρέψει στον ναυτιλιακό όμιλο να αντλήσει 500 εκατ. ευρώ από την ελληνική αγορά, με τα 350 εκατ. ευρώ να παραμένουν σε διαπραγμάτευση.
Με τη νέα εισαγωγή της CMF, ο Βαγγέλης Μαρινάκης προχωρά ένα βήμα παραπέρα, καθώς οι επενδυτές θα μπορούν πλέον να αγοράζουν μετοχές μιας ναυτιλιακής του εταιρείας απευθείας στο Χρηματιστήριο Αθηνών.
Από το Mega και τις εφημερίδες στην Alter Ego Media
Εκτός από τη ναυτιλία, ο άλλος μεγάλος τομέας στον οποίο ο Βαγγέλης Μαρινάκης έχει επενδύσει σημαντικά κεφάλαια είναι τα μέσα ενημέρωσης.
Η Alter Ego Media, που εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αθηνών στις αρχές του 2025, αποτελεί τον όμιλο στον οποίο έχουν συγκεντρωθεί οι σημαντικότερες δραστηριότητές του στην τηλεόραση, τις εφημερίδες, τις ιστοσελίδες και την παραγωγή περιεχομένου.
Στην εταιρεία ανήκουν ο τηλεοπτικός σταθμός Mega, οι ιστορικές εφημερίδες "Τα Νέα" και "Το Βήμα", καθώς και οι ψηφιακές τους εκδόσεις.
Η παρουσία του Μαρινάκη στα μέσα ενημέρωσης ενισχύθηκε σημαντικά το 2017, όταν απέκτησε τα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη (ΔΟΛ), στον οποίο ανήκαν, μεταξύ άλλων, οι δύο εφημερίδες.
Το επόμενο μεγάλο βήμα ήρθε με την απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων του Mega, του τηλεοπτικού σταθμού που είχε διακόψει τη λειτουργία του. Το κανάλι επέστρεψε στον τηλεοπτικό αέρα τον Φεβρουάριο του 2020 και έκτοτε αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες του ομίλου.
Η Alter Ego Media δεν έχει περιοριστεί στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, καθώς τα τελευταία χρόνια έχει προχωρήσει σε κινήσεις επέκτασης στον ψηφιακό χώρο, στην παραγωγή περιεχομένου και στην ψυχαγωγία.
Στο χαρτοφυλάκιό της περιλαμβάνονται πλέον δημοφιλείς ιστοσελίδες όπως τα Newsit, Tlife, Zappit, Iatropedia και Onalert, ενώ δραστηριοποιείται και σε άλλες κατηγορίες περιεχομένου μέσω τίτλων όπως τα Vita, Grace και Διακοπές.
Η εταιρεία έχει επίσης επεκταθεί στον χώρο των ζωντανών εκδηλώσεων και της ψυχαγωγίας, επιχειρώντας να αποκτήσει παρουσία πέρα από τις τηλεοπτικές και εκδοτικές δραστηριότητες.
Μία από τις σημαντικότερες πρόσφατες κινήσεις ήταν η συμφωνία για την απόκτηση του 50,1% της More.gr, της γνωστής πλατφόρμας πώλησης εισιτηρίων για συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις και άλλες εκδηλώσεις.
Η συμφωνία, που ανακοινώθηκε τον Μάρτιο του 2026, προέβλεπε αρχικό τίμημα 20,04 εκατ. ευρώ, με δυνατότητα πρόσθετης καταβολής ανάλογα με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων.
Η συγκεκριμένη επένδυση δείχνει και την κατεύθυνση στην οποία κινείται ο όμιλος: από την ενημέρωση και την τηλεόραση προς μια ευρύτερη αγορά περιεχομένου και ψυχαγωγίας.
Η επέκταση της Alter Ego Media έχει αρχίσει να αποτυπώνεται και στα οικονομικά της μεγέθη. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026 ο τζίρος του ομίλου έφτασε τα 74 εκατ. ευρώ, έναντι 59,1 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025, σημειώνοντας αύξηση 25,2%.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η αύξηση στα καθαρά κέρδη, τα οποία διαμορφώθηκαν στα 6 εκατ. ευρώ, από 1,3 εκατ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα.
Τα λειτουργικά κέρδη πριν από τόκους, φόρους και αποσβέσεις έφτασαν τα 25,1 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 47,4%.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η επίδοση των εκδοτικών δραστηριοτήτων, στις οποίες περιλαμβάνονται οι εφημερίδες και οι ιστοσελίδες. Τα έσοδα από τον συγκεκριμένο τομέα αυξήθηκαν κατά 38,8%, φτάνοντας τα 26,5 εκατ. ευρώ.
Η τηλεόραση και η παραγωγή περιεχομένου απέφεραν έσοδα 41,2 εκατ. ευρώ, ενώ οι δραστηριότητες στον χώρο της ζωντανής ψυχαγωγίας συνεισέφεραν επιπλέον 6,2 εκατ. ευρώ.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
