Από τους περίφημους οινοποιούς του παρελθόντος στο πιο επιτυχημένο της σύγχρονης γενιάς περνά το οινοποιείο της ιστορικής οικογένειας Τσάνταλη στη Ραψάνη. Ο Απόστολος Θυμιόπουλος, ο άνθρωπος που κατάφερε να κάνει το Ξινόμαυρο της Νάουσας γνωστό σε απαιτητικές αγορές του εξωτερικού και να κερδίσει τον χαρακτηρισμό του "ανερχόμενου αστεριού" της παγκόσμιας οινοποιίας, είναι πλέον ο βασικός μέτοχος της Terra Olympus, της εταιρείας που μίσθωσε το πρώην οινοποιείο Τσάνταληστη Ραψάνη.
Η εξέλιξη δεν αφορά μόνο την αξιοποίηση μιας ιστορικής παραγωγικής εγκατάσταση, αλλά δίνει και μια σημαντική ανάσα για τους αμπελουργούς της περιοχής, οι οποίοι είχαν βρεθεί αντιμέτωποι με την αβεβαιότητα μετά την κατάρρευση της Τσάνταλης. Η Terra Olympus, που διαθέτει ήδη ιδιόκτητους αμπελώνες στη ζώνη ΠΟΠ Ραψάνης και εξαγωγική δραστηριότητα, έχει εκφράσει την πρόθεση να απορροφήσει το σύνολο της τοπικής παραγωγής σταφυλιών και να διαθέσει στην αγορά ένα ποιοτικό κρασί σε προσιτή τιμή.
Για να φτάσει, όμως, το συγκεκριμένο οινοποιείο στα χέρια του Θυμιόπουλου, προηγήθηκε μια ιστορία που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της ελληνικής οινοποιίας. Μια ιστορία 135 και πλέον ετών, με ξεριζωμούς, πολέμους, εγκαταλελειμμένους αμπελώνες του Αγίου Όρους, Ρώσους μοναχούς, τσάρους, τον Βλαντίμιρ Πούτιν, επίσημα δείπνα και κρασιά που έφτασαν στα σαλόνια του Κρεμλίνου, πριν η άλλοτε πανίσχυρη οικογενειακή επιχείρηση οδηγηθεί στην πτώχευση.
Από την Ανατολική Θράκη στις μεγαλύτερες αγορές του κόσμου
Η ιστορία της οικογένειας Τσάνταλη ξεκινά το 1890, όταν ο Γιωργάκης Τσάνταλης ασχολείται με την παραγωγή και το εμπόριο κρασιού και τσίπουρου στην Ανατολική Θράκη. Σε μια εποχή κατά την οποία το κρασί ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με την αγροτική παραγωγή και τις τοπικές κοινωνίες, η οικογένεια αρχίζει να χτίζει την παράδοση που αργότερα θα εξελισσόταν σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες ελληνικές επιχειρήσεις.
Το 1913 γεννιέται στο Σιδηροχώρι της Ανατολικής Θράκης ο Ευάγγελος Τσάνταλης, ο άνθρωπος που επρόκειτο να μετατρέψει την οικογενειακή δραστηριότητα σε μια μεγάλη οινοποιητική επιχείρηση. Οι πολεμικές αναταραχές και οι μετακινήσεις των ελληνικών πληθυσμών αναγκάζουν την οικογένεια να εγκαταλείψει τον τόπο της και να εγκατασταθεί αρχικά στην Καβάλα και στη συνέχεια στις Σέρρες.
Μαζί με τα λιγοστά υπάρχοντά τους, οι Τσαντάληδες μεταφέρουν και τη γνώση της παραγωγής κρασιού και αποσταγμάτων. Η επιχείρηση που είχε μείνει πίσω έπρεπε ουσιαστικά να ξαναχτιστεί από την αρχή.
Το 1938 ο Ευάγγελος και ο αδελφός του Θεόδωρος δημιουργούν στις Σέρρες μια μικρή παραγωγική μονάδα. Η προσπάθεια, όμως, διακόπτεται από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1945 ο Ευάγγελος Τσάνταλης ανοίγει ποτοποιείο στη Θεσσαλονίκη, παράγοντας λικέρ, ούζο και κρασί, ενώ αρχίζει να συνεργάζεται με αμπελουργούς της Νάουσας.
Τρία χρόνια αργότερα, το 1948, δημιουργεί το πρώτο του οινοποιείο. Η οικογενειακή επιχείρηση αρχίζει να αποκτά οργανωμένη παραγωγική βάση, ενώ σταδιακά επεκτείνεται από τα παραδοσιακά αποστάγματα στο εμφιαλωμένο κρασί, σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική αγορά αλλάζει.
Το 1971 η ατομική επιχείρηση του Ευάγγελου Τσάνταλη μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία, με έδρα τον Άγιο Παύλο Χαλκιδικής, ο οποίος θα είναι το εφαλτήριο για την μεγάλη επέκταση των επόμενων δεκαετιών.
Η "Τσάνταλης" εκτός από το κρασί επενδύει επίσης στην ανάδειξη ιστορικών αμπελουργικών περιοχών της Βόρειας Ελλάδας, από τη Χαλκιδική και το Άγιο Όρος μέχρι τη Ραψάνη και τη Μαρώνεια της Θράκης, συνδέοντας την εμπορική ανάπτυξη με την ταυτότητα κάθε τόπου.
Στα χρόνια της ακμής της, η εταιρεία αποκτά παρουσία σε περίπου 50 χώρες, συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους εξαγωγείς ελληνικού κρασιού και φτάνει να εμφιαλώνει 16 έως 20 εκατομμύρια λίτρα ετησίως. Ετικέτες όπως ο "Μακεδονικός", ο "Αγιορείτικος" και ο "Κανένας" γίνονται γνωστές σε διαφορετικές γενιές καταναλωτών.
Ωστόσο, η πιο ασυνήθιστη και ίσως πιο χαρακτηριστική ιστορία της οικογένειας δεν ξεκίνησε σε κάποιο γραφείο επιχειρηματικών συμφωνιών, αλλά από μια καταιγίδα στο Άγιο Όρος.
Η καταιγίδα του 1969 και ο εγκαταλελειμμένος αμπελώνας των Ρώσων μοναχών
Το 1969 ο Ευάγγελος Τσάνταλης βρίσκεται στο Άγιο Όρος. Σύμφωνα με την ιστορία που συνοδεύει την οικογένεια, κατά τη διάρκεια μιας πεζοπορίας ξεσπά ξαφνικά δυνατή καταιγίδα, αναγκάζοντάς τον να αναζητήσει καταφύγιο στο Μετόχι της Χρωμίτσας, το οποίο ανήκει στη ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονα.
Όταν η βροχή σταματά, ο Τσάνταλης βγαίνει να περπατήσει στην περιοχή. Εκεί αντικρίζει μια μεγάλη έκταση με εγκαταλελειμμένα αμπέλια, σε ένα τοπίο που τον εντυπωσιάζει.
Επιστρέφοντας στο Μετόχι, ρωτά τον πατέρα Δαβίδ για την ιστορία τους και ο μοναχός τού εξηγεί ότι η Μονή διέθετε παλαιότερα έναν αμπελώνα περίπου 500 στρεμμάτων, τον οποίο καλλιεργούσαν Ρώσοι μοναχοί. Οι καλλιέργειες είχαν εγκαταλειφθεί, μεταξύ άλλων εξαιτίας της φυλλοξήρας, της ασθένειας που κατέστρεψε τεράστιες εκτάσεις ευρωπαϊκών αμπελώνων.
Ο Ευάγγελος Τσάνταλης βλέπει εκεί κάτι περισσότερο από εγκαταλελειμμένη γη. Προτείνει να αναλάβει την αναβίωση του αμπελώνα και ξεκινά ένα εγχείρημα που έμελλε να συνδέσει την ελληνική οινοποιία με τη ρωσική εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία.
Η οικογένεια αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις καλλιέργειες, ενώ παλαιά κτίσματα αναπαλαιώνονται. Η συνεργασία προσφέρει ξανά οικονομικούς πόρους στη Μονή, ενώ δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την παραγωγή ενός κρασιού με ξεχωριστή ταυτότητα.
Η πρώτη οινοποίηση πραγματοποιείται το 1975. Από τους αμπελώνες της Χρωμίτσας γεννιέται ο "Αγιορείτικος", ο οποίος γνωρίζει εμπορική επιτυχία και συνδέεται με την ανάδειξη των ελληνικών τοπικών οίνων.
Η σημασία της Χρωμίτσας, όμως, δεν περιοριζόταν στο κρασί. Το μετόχι είχε μακρά ιστορία ως τόπος καλλιεργειών που τροφοδοτούσαν τη ρωσική Μονή, αλλά και ως σημείο συνδεδεμένο με την παρουσία Ρώσων αριστοκρατών στο Άγιο Όρος.
Η ονομασία "Κορμίλιτσα" προέρχεται από τη ρωσική λέξη που σημαίνει "τροφός". Η περιοχή είχε πάρει αυτή την ονομασία επειδή οι καλλιέργειές της εξασφάλιζαν την τροφοδοσία και τη συντήρηση της Μονής.
Σύμφωνα με τις ιστορικές αναφορές που συνοδεύουν το μετόχι, στην περιοχή είχε λειτουργήσει και θεραπευτήριο το οποίο επισκέπτονταν μέλη της ρωσικής αριστοκρατίας. Ανάμεσα στα τεκμήρια που αναφέρονται βρίσκεται και ημερολόγιο του πρίγκιπα Κωνσταντίνου Κωνσταντίνοβιτς Ρομανώφ, με περιγραφές και ιδιόχειρα σχέδια από την παραμονή του εκεί.
Μετά τη Ρωσική Επανάσταση του 1917, η σχέση της ρωσικής μοναστικής κοινότητας με την πατρίδα της δοκιμάστηκε και το μετόχι οδηγήθηκε σε παρακμή. Δεκαετίες αργότερα, η πρωτοβουλία του Τσάνταλη θα έδινε νέα ζωή στους αμπελώνες του.
Το κρασί με την αφιέρωση στον Πούτιν και η είσοδος στο Κρεμλίνο
Η αναβίωση της Χρωμίτσας έμελλε να αποκτήσει απροσδόκητη διεθνή προβολή μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την ενίσχυση του ρόλου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Τον Σεπτέμβριο του 2005 ο Βλαντίμιρ Πούτιν επισκέπτεται τη Μονή Αγίου Παντελεήμονα στο Άγιο Όρος. Πρόκειται για μια επίσκεψη με ιδιαίτερο θρησκευτικό και πολιτικό συμβολισμό, καθώς ο Ρώσος πρόεδρος επιδιώκει να αναδείξει τους ιστορικούς δεσμούς της Ρωσίας με την αθωνική μοναστική παράδοση.
Ανάμεσα στους ελάχιστους λαϊκούς προσκεκλημένους βρίσκονται μέλη της οικογένειας Τσάνταλη.
Στο γεύμα που παρατίθεται στον Ρώσο πρόεδρο προσφέρεται ένας παλαιωμένος ερυθρός οίνος από τους αμπελώνες της Χρωμίτσας, εμφιαλωμένος ειδικά για την περίσταση. Η φιάλη φέρει προσωπική αφιέρωση προς τον Πούτιν.
Πρόκειται για την "Κορμίλιτσα", ή Kormilitsa, ένα κρασί που συνδέει το όνομά του με την ιστορία του μετοχίου και τη ρωσική παρουσία στο Άγιο Όρος. Στην παραγωγή του συνδυάζονται το Λημνιό, μία από τις αρχαιότερες ελληνικές ποικιλίες, και το Cabernet Sauvignon.
Σύμφωνα με τις αφηγήσεις που έχουν δημοσιευθεί για τη συνάντηση, ο Πούτιν εντυπωσιάζεται τόσο από το κρασί όσο και από την ειδική αφιέρωση και ευχαριστεί προσωπικά την οικογένεια.
Έναν χρόνο αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2006, η "Κορμίλιτσα" εμφανίζεται ξανά σε ένα ιδιαίτερα σημαντικό διπλωματικό τραπέζι. Στο Tudor Hall του ξενοδοχείου King George στην Αθήνα παρατίθεται επίσημο δείπνο στο πλαίσιο της συνάντησης του τότε πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή με τον Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Βούλγαρο ομόλογό του Σεργκέι Στανίσεφ, με αντικείμενο τον πετρελαιαγωγό Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη.
Το κρασί που σερβίρεται φέρει και πάλι ειδική σήμανση με το όνομα του Ρώσου προέδρου και κείμενα στα ρωσικά. Οι αναφορές της εποχής περιγράφουν τον Πούτιν να αφιερώνει σημαντικό μέρος της συζήτησης στο Άγιο Όρος και στους δεσμούς του με τη Ρωσία.
Το επόμενο βήμα έρχεται το 2007. Σε ειδική τελετή στη Χρυσή Αίθουσα του Θρόνου, στο Grand Palace του Κρεμλίνου, η Kormilitsa ανακηρύσσεται "Επίσημος Προμηθευτής του Κρεμλίνου της Μόσχας".
Η συνεργασία συνδέει την οικογένεια Τσάνταλη με το Ρωσικό Πατριαρχείο και τον αρμόδιο οργανισμό του Κρεμλίνου για την πιστοποίηση επίσημων προμηθευτών. Οι premium οίνοι από τους αμπελώνες του Αγίου Όρους παρουσιάζονται πλέον στη ρωσική αγορά με την ιστορία της Χρωμίτσας ως σημαντικό μέρος της ταυτότητάς τους.
Για μια ελληνική οινοποιία που είχε ξεκινήσει από την Ανατολική Θράκη, η διαδρομή μέχρι τα επίσημα τραπέζια της ρωσικής εξουσίας αποτελούσε μια εξαιρετική εμπορική και επικοινωνιακή επιτυχία.
Ήταν, παράλληλα, η κορύφωση μιας σχέσης με τη ρωσική αγορά η οποία είχε αρχίσει πολύ πριν από την επίσκεψη Πούτιν και επρόκειτο να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για την εξαγωγική δραστηριότητα της εταιρείας.
Η επόμενη γενιά και η αρχή της πτώσης
Ο Ευάγγελος Τσάνταλης δεν πρόλαβε να δει την "Κορμίλιτσα" να φτάνει στο Κρεμλίνο. Είχε φύγει από τη ζωή το 1996, αφήνοντας πίσω του μια μεγάλη επιχείρηση με διεθνή παρουσία και ισχυρή αναγνωρισιμότητα.
Στην επόμενη ημέρα της εταιρείας σημαντικό ρόλο αποκτούν οι κόρες του, Ιωάννα και Χάιδω, ο ανιψιός του, δρ Γεώργιος Τσάνταλης, και ο Άγγελος Δημητριάδης, σύζυγος της Χάιδως, ο οποίος αναλαμβάνει τη διοίκηση.
Ο Δημητριάδης δεν ήταν ξένος προς την οινοποιία καθώς προερχόταν και ο ίδιος από οικογένεια με δραστηριότητα στον κλάδο και είχε εργαστεί επί περίπου δύο δεκαετίες στο πλευρό του Ευάγγελου Τσάνταλη.
Υπό τη διοίκησή του συνεχίστηκε η διεθνής ανάπτυξη, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη ρωσική αγορά και την εμπορική αξιοποίηση της "Κορμίλιτσας". Ωστόσο, σταδιακά άρχισαν να συσσωρεύονται σοβαρά οικονομικά προβλήματα.
Το 2008 ο κύκλος εργασιών της Τσάνταλης ξεπερνούσε τα 40,88 εκατ. ευρώ, με καθαρά κέρδη περίπου 503.000 ευρώ. Όμως, τα επόμενα χρόνια η εικόνα άλλαξε δραματικά.
Το 2011 ο όμιλος εμφάνισε ζημίες 1,8 εκατ. ευρώ και το 2012 ζημίες 2,2 εκατ. ευρώ. Το 2018 ο τζίρος είχε περιοριστεί κάτω από τα 29 εκατ. ευρώ, ενώ οι ζημίες είχαν φτάσει τα 4,5 εκατ. ευρώ. Το 2020 καταγράφηκαν ζημίες περίπου 4,69 εκατ. ευρώ.
Κατά τη διάρκεια των ετών αυτών ο δανεισμός αυξανόταν. Ήδη από το 2018 ξεπερνούσε τα 45 εκατ. ευρώ, περιορίζοντας τις δυνατότητες της επιχείρησης να χρηματοδοτήσει την παραγωγή και να αντιμετωπίσει τις νέες συνθήκες της αγοράς.
Ο υψηλός δανεισμός, οι συσσωρευμένες ζημίες, οι δυσκολίες στην αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων και η αδυναμία προσαρμογής του επιχειρηματικού μοντέλου δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μείγμα. Σε αυτά προστέθηκε και η απώλεια της ρωσικής αγοράς μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Η αγορά που είχε προσφέρει στην Τσάνταλης σημαντική εμπορική ανάπτυξη και διεθνές κύρος δεν μπορούσε πλέον να λειτουργήσει με τους προηγούμενους όρους.
Η ειρωνεία της ιστορίας ήταν εμφανής. Οι δεσμοί που είχαν βοηθήσει την οικογένεια να φτάσει μέχρι το Κρεμλίνο δεν μπορούσαν να την προστατεύσουν από τις συνέπειες των γεωπολιτικών ανατροπών και, κυρίως, από τα οικονομικά προβλήματα που είχαν ήδη δημιουργηθεί.
Τον Σεπτέμβριο του 2023 η παραγωγή σταματά. Η εταιρεία αδυνατεί να εξασφαλίσει ακόμη και απαραίτητα υλικά, όπως πρώτες ύλες και φιάλες για την εμφιάλωση, ενώ περιορίζεται στην πώληση των διαθέσιμων αποθεμάτων της.
Προμηθευτές προχωρούν σε κατασχέσεις και εργαζόμενοι σε επίσχεση εργασίας, διεκδικώντας δεδουλευμένα πολλών μηνών. Οι οφειλές προς το προσωπικό ξεπερνούν τα 3 εκατ. ευρώ.
Το καλοκαίρι του 2024 κατατίθεται αίτηση πτώχευσης, με τις συνολικές υποχρεώσεις της εταιρείας να προσεγγίζουν τα 66 εκατ. ευρώ. Περίπου 40 εκατ. ευρώ αφορούν τραπεζικές απαιτήσεις, ενώ καταγράφονται οφειλές 6,8 εκατ. ευρώ προς τον ΕΦΚΑ, 4,5 εκατ. ευρώ προς το Δημόσιο και σημαντικά ποσά προς προμηθευτές και άλλους πιστωτές.
Η αίτηση συζητείται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης τον Ιανουάριο του 2025, με τους βασικούς πιστωτές να τάσσονται υπέρ της πτώχευσης. Η δικαστική διαδικασία οδηγεί τελικά στην κήρυξη της ιστορικής οινοποιίας σε πτώχευση.
Είχαν προηγηθεί προσπάθειες για την είσοδο στρατηγικού επενδυτή. Ανάμεσα στους ενδιαφερομένους βρίσκονταν τα Ελληνικά Οινοποιεία, με βασικούς μετόχους τους αδελφούς Γεωργιάδη, που είχαν ήδη δραστηριοποιηθεί στη διάσωση της Μπουτάρης και στην εξαγορά του Κτήματος Semeli, ενώ στο επενδυτικό σχήμα συμμετείχε και ο Γιάννης Αντετοκούνμπο.
Οι σχετικές διαπραγματεύσεις με τις πιστώτριες τράπεζες δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Μετά την πτώχευση, το ενδιαφέρον για περιουσιακά στοιχεία και δραστηριότητες της Τσάνταλης επανήλθε υπό διαφορετικούς οικονομικούς όρους.
Επομένως, η εταιρεία που είχε συνδέσει το όνομά της με την ιστορία του ελληνικού κρασιού, από τις παραδοσιακές ποικιλίες της Μακεδονίας μέχρι τα επίσημα δείπνα του Κρεμλίνου, βρέθηκε αντιμέτωπη με την εκποίηση της περιουσίας της.
Ανάμεσα στα περιουσιακά στοιχεία και τις παραγωγικές εγκαταστάσεις με ιδιαίτερη σημασία βρισκόταν και το οινοποιείο της Ραψάνης.
Ο οινοποιός που άλλαξε την εικόνα του Ξινόμαυρου
Η διαδρομή του Απόστολου Θυμιόπουλου δεν ξεκινά από μια μεγάλη βιομηχανική μονάδα, αλλά από τους οικογενειακούς αμπελώνες στον Τρίλοφο Ημαθίας, στους πρόποδες του Βερμίου, μέσα στη ζώνη ΠΟΠ Νάουσας.
Η αμπελοκαλλιέργεια αποτελούσε επί γενιές βασική δραστηριότητα της οικογένειας. Ωστόσο, οι προηγούμενες γενιές δεν είχαν αναπτύξει τη δική τους οργανωμένη παραγωγή εμφιαλωμένου κρασιού. Καλλιεργούσαν τα αμπέλια και διέθεταν τα σταφύλια τους σε άλλους οινοποιούς.
Ο Απόστολος Θυμιόπουλος ήταν εκείνος που έμελλε να αλλάξει αυτή την παράδοση. Από μικρός εργαζόταν στα οικογενειακά αμπέλια, ενώ ήδη από τα μαθητικά του χρόνια είχε αρχίσει να αναρωτιέται γιατί η οικογένεια περιοριζόταν στην πώληση των σταφυλιών αντί να παράγει το δικό της κρασί.
Το πρώτο βήμα ήταν να σπουδάσει Οινολογία στην Αθήνα. Για τον ίδιο, η ενασχόληση με το κρασί δεν αποτελούσε μία από τις πολλές επαγγελματικές επιλογές, αλλά ουσιαστικά τη μοναδική κατεύθυνση που ήθελε να ακολουθήσει.
Μετά τις σπουδές του, πάντως, δεν επέστρεψε αμέσως στο οικογενειακό κτήμα. Άνοιξε κατάστημα κρασιών στη Θεσσαλονίκη, μια εμπειρία που του επέτρεψε να γνωρίσει από κοντά τόσο τους καταναλωτές όσο και τα μεγάλα κρασιά άλλων ελληνικών και ξένων οινοπαραγωγικών περιοχών.
Αυτή η επαφή με την αγορά επρόκειτο να επηρεάσει καθοριστικά τη φιλοσοφία του. Ο Θυμιόπουλος δεν ενδιαφερόταν απλώς να παράγει ένα καλό κρασί, αλλά ήθελε να καταλάβει τι αναζητούν οι απαιτητικοί καταναλωτές και πώς ένα ελληνικό κρασί θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στις κορυφαίες διεθνείς ετικέτες.
Η προσωπική του ζωή, ωστόσο, άλλαξε απότομα. Ο θάνατος του πατέρα και του αδελφού του σε σύντομο χρονικό διάστημα τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το κατάστημα και να επιστρέψει στην οικογενειακή εκμετάλλευση.
Εκεί αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα, δηλαδή, να σταματήσει να πουλά αποκλειστικά σταφύλια και να δημιουργήσει το δικό του εμφιαλωμένο κρασί.
Το 2005 κυκλοφορεί η πρώτη του ετικέτα, το "Γη και Ουρανός", από τη σοδειά του 2003. Πρόκειται για ένα Ξινόμαυρο που θα εξελισσόταν σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες δημιουργίες του και θα άνοιγε τον δρόμο για την ανάπτυξη του οινοποιείου.
Από τις πρώτες 240 φιάλες στη διεθνή αναγνώριση
Η διεθνής επιτυχία δεν ήρθε μέσα από κάποια μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία. Το 2008 η Βρετανίδα εισαγωγέας κρασιών Μαίρη Πατέρα, της Eclectic Wines, επισκέπτεται τον Θυμιόπουλο έπειτα από προτροπή του οινοποιού Χαρίδημου Χατζηδάκη από τη Σαντορίνη. Η πρώτη παραγγελία αφορά μόλις 240 φιάλες.
Ο Θυμιόπουλος δεν δείχνει να ενοχλείται από το μικρό μέγεθος της παραγγελίας. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να αποκτήσει παρουσία στη βρετανική αγορά, ακόμη και αν η αρχή γίνει με λίγες εκατοντάδες μπουκάλια.
Η επιλογή αυτή αποδεικνύεται καθοριστική. Τα επόμενα χρόνια οι παραγγελίες αυξάνονται, το Ξινόμαυρο αποκτά νέους φίλους στο εξωτερικό και ο Θυμιόπουλος εξελίσσεται σε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους πρεσβευτές του ελληνικού κρασιού.
Η προσέγγισή του διαφοροποιείται από την παραδοσιακή εικόνα του Ξινόμαυρου, μιας ποικιλίας γνωστής για τις υψηλές τανίνες, την οξύτητα και τη δυνατότητα μακράς παλαίωσης.
Αντί να επιδιώξει απλώς κρασιά με δύναμη και έντονη δομή, αναζητά την κομψότητα, τη φρεσκάδα, την πολυπλοκότητα και τη διαφορετική έκφραση κάθε αμπελώνα.
Στη φιλοσοφία του κεντρική θέση έχουν η βιολογική καλλιέργεια, ο σεβασμός στο περιβάλλον και οι περιορισμένες παρεμβάσεις τόσο στον αμπελώνα όσο και στην οινοποίηση.
Η δουλειά του αναδεικνύει τις δυνατότητες του Ξινόμαυρου πέρα από τα στερεότυπα που συνόδευαν την ποικιλία. Μέσα από διαφορετικές ετικέτες, αμπελοτόπια και μεθόδους οινοποίησης, δημιουργεί μια ολόκληρη συλλογή κρασιών που εκφράζουν διαφορετικές πλευρές της Νάουσας.
Το 2022 έρχεται η σημαντικότερη διεθνής αναγνώριση. Το βρετανικό περιοδικό Decanter τον ανακηρύσσει Rising Star, αναγνωρίζοντας όχι μόνο την ποιότητα των κρασιών του, αλλά και τη συμβολή του στην αναβάθμιση της διεθνούς εικόνας του ελληνικού αμπελώνα.
Το περιοδικό τον παρουσιάζει ως έναν από τους ανθρώπους που βοήθησαν την Ελλάδα να αποκτήσει νέα θέση στον παγκόσμιο χάρτη του κρασιού, μετατρέποντας το Ξινόμαυρο από μια σχετικά άγνωστη ελληνική ποικιλία σε αντικείμενο ενδιαφέροντος για τους διεθνείς οινόφιλους.
Η αναγνώριση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς δεν αφορά μόνο έναν επιτυχημένο παραγωγό, αλλά έναν οινοποιό που συνέβαλε στην αλλαγή της εικόνας μιας ολόκληρης οινοπαραγωγικής περιοχής.
Τα λευκά κρασιά, ο καφές και η επόμενη πρόκληση
Παρά τη μεγάλη επιτυχία του Ξινόμαυρου, ο Θυμιόπουλος δεν περιορίστηκε στις ερυθρές ποικιλίες.
Μαζί με τη σύζυγό του, Ελευθερία Τσιτσιπά, συνεχίζει να αναζητά νέες δυνατότητες στον ελληνικό αμπελώνα, στρέφοντας το ενδιαφέρον του και στην παραγωγή λευκών κρασιών υψηλής ποιότητας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Blanc des Coteaux, το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2023, από τη σοδειά του 2020.
Το κρασί προέρχεται από αμπελώνες σε υψόμετρο 500 έως 700 μέτρων και συνδυάζει τέσσερις ελληνικές ποικιλίες: Ασύρτικο, Μαλαγουζιά, Βιδιανό και Αηδάνι.
Στόχος του ήταν να δημιουργήσει ένα λευκό κρασί που να εκφράζει τα χαρακτηριστικά του τόπου, συνδυάζοντας την οξύτητα του Ασύρτικου, την αρωματική πολυπλοκότητα της Μαλαγουζιάς, τον όγκο του Βιδιανού και τον ιδιαίτερο βοτανικό χαρακτήρα του Αηδανίου.
Η συγκεκριμένη προσπάθεια εντάσσεται σε μια ευρύτερη αναζήτηση νέων αμπελώνων, κυρίως σε μεγάλα υψόμετρα και σε φτωχά εδάφη, με στόχο την παραγωγή λευκών αλλά και αφρωδών κρασιών.
Ο ίδιος δεν κρύβει ότι τον ενδιαφέρουν περισσότερο οι δύσκολες προκλήσεις παρά οι εύκολες εμπορικές επιτυχίες. Αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα τη χρήση του όρου "φυσικό κρασί", θεωρώντας ότι η ποιότητα απαιτεί γνώση, επιστημονική κατάρτιση και υπεύθυνη καλλιέργεια, όχι απλώς έναν ελκυστικό χαρακτηρισμό στο μάρκετινγκ.
Η αναζήτησή του, μάλιστα, τον οδήγησε και έξω από τον κόσμο του κρασιού.
Κατά τη διάρκεια ταξιδιών στη Λατινική Αμερική για την προώθηση των κρασιών του, ήρθε σε επαφή με παραγωγούς και ανθρώπους του καφέ. Διαπίστωσε ότι οι δύο κόσμοι έχουν πολλά κοινά, όπως το υψόμετρο, το έδαφος, το μικροκλίμα, την οξύτητα, τις ποικιλίες και την επίδραση της επεξεργασίας στο τελικό προϊόν.
Έτσι, μαζί με τον Κώστα Μπισούκη, επαγγελματία στον χώρο του καβουρδίσματος, δημιούργησε την The Coffee Rawsters, με στόχο την εισαγωγή επιλεγμένων καφέδων από μικρές φάρμες και την ανάδειξη των χαρακτηριστικών της προέλευσής τους.
Όπως έχει εξηγήσει, η φιλοσοφία δεν είναι να δημιουργηθεί ακόμη μία αλυσίδα καταστημάτων ή ένα δίκτυο franchise, αλλά να αναπτυχθεί μια κοινότητα συνεργατών γύρω από τον ποιοτικό καφέ.
Η επιστροφή στη Ραψάνη και το νέο κεφάλαιο
Η Terra Olympus, στην οποία είναι βασικός μέτοχος ο Θυμιόπουλος διαθέτει ήδη ιδιόκτητους αμπελώνες μέσα στη ζώνη ΠΟΠ Ραψάνης και έχει αναπτύξει εξαγωγική δραστηριότητα.
Η περιοχή, στις πλαγιές του Ολύμπου, διαθέτει μακρά αμπελουργική ιστορία και ξεχωριστή οινική ταυτότητα. Η ΠΟΠ Ραψάνη βασίζεται στον συνδυασμό τριών ερυθρών ποικιλιών, του Ξινόμαυρου, του Κρασάτου και του Σταυρωτού.
Για δεκαετίες η Τσάνταλης είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην εμπορική ανάδειξη των κρασιών της περιοχής. Η κατάρρευσή της, επομένως, δεν δημιούργησε μόνο ένα κενό στην παραγωγή, αλλά και σοβαρή αβεβαιότητα για τους αμπελουργούς που εξαρτώνταν από τη διάθεση των σταφυλιών τους.
Η συμφωνία για τη μίσθωση του πρώην οινοποιείου Τσάνταλη από την Terra Olympus προέκυψε έπειτα από επαφές της Περιφέρειας Θεσσαλίας, της Ομάδας Παραγωγών Οινοποιήσιμου Σταφυλιού Ραψάνης και των επενδυτών.
Καθοριστικό ρόλο στις συζητήσεις είχαν ο περιφερειάρχης Θεσσαλίας Δημήτρης Κουρέτας και ο αντιπεριφερειάρχης Πρωτογενούς Τομέα Δημήτρης Τσέτσιλας.
Η πρόθεση της νέας πλευράς να απορροφήσει το σύνολο της παραγωγής της περιοχής δημιουργεί προοπτικές σταθερότητας για τους αμπελουργούς, ενώ η αξιοποίηση των εγκαταστάσεων μπορεί να συμβάλει στην επανεκκίνηση της τοπικής οινοποιητικής δραστηριότητας.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
