Ένας από τους σημαντικότερους προστατευόμενους υγροτόπους της Ευρώπης βρίσκεται αντιμέτωπος με σοβαρή περιβαλλοντική υποβάθμιση. Την ίδια στιγμή που οι ψαράδες βλέπουν τα αλιεύματα να εξαφανίζονται και εγκαταλελειμμένες μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας αφήνουν πίσω τους τόνους απορριμμάτων, προωθούνται σχέδια για υπερδιπλασιασμό της τοπικής παραγωγής. Μια διεθνής δημοσιογραφική έρευνα, που δημοσιεύθηκε από το Solomon, αποκαλύπτει τις αντιφάσεις ενός κλάδου με εξαγωγές εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Για περισσότερα από 2.000 χρόνια, ο Αμβρακικός Κόλπος αποτελούσε πηγή ζωής για τις κοινότητες που αναπτύχθηκαν στις ακτές του. Τα νερά του εξασφάλιζαν εισόδημα σε γενιές ψαράδων, ενώ οι λιμνοθάλασσές του φιλοξενούσαν ένα από τα σημαντικότερα οικοσυστήματα της Μεσογείου.
Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική. Παραλίες γεμάτες υπολείμματα φελιζόλ, εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις ιχθυοκαλλιέργειας, νερά με εξαιρετικά χαμηλές συγκεντρώσεις οξυγόνου και ψαράδες που επιστρέφουν με σχεδόν άδεια δίχτυα συνθέτουν μια πραγματικότητα που προκαλεί ανησυχία.
Αυτή την εικόνα καταγράφει εκτενής δημοσιογραφική έρευνα του Outlaw Ocean Project, η οποία δημοσιεύθηκε στην Ελλάδα από το Solomon, αναδεικνύοντας τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της βιομηχανικής ιχθυοκαλλιέργειας και τις αντιφάσεις της πολιτικής που ακολουθείται για την ανάπτυξη του κλάδου.
Το παράδοξο είναι ότι, παρά τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Αμβρακικός, βρίσκονται σε εξέλιξη σχεδιασμοί για την επέκταση των εκτάσεων που προορίζονται για ιχθυοκαλλιέργειες κατά περισσότερο από 110%, με στόχο τον υπερδιπλασιασμό της ετήσιας παραγωγής, σε επίπεδα άνω των 8.000 τόνων.
Πρόκειται για έναν κόλπο που αποτελεί εθνικό πάρκο, προστατευόμενο υγρότοπο και θαλάσσια προστατευόμενη περιοχή, φιλοξενώντας μεταξύ άλλων απειλούμενα είδη δελφινιών, θαλάσσιες χελώνες και αργυροπελεκάνους.
Σύμφωνα με την έρευνα, στην περιοχή καταγράφονται 19 ενεργές και 11 εγκαταλελειμμένες μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας.
Μια θάλασσα που δυσκολεύεται να αναπνεύσει
Ο Αμβρακικός διαθέτει ένα ιδιαίτερο γεωγραφικό χαρακτηριστικό που τον καθιστά εξαιρετικά ευάλωτο στη ρύπανση.
Η σύνδεσή του με το Ιόνιο Πέλαγος πραγματοποιείται μέσω ενός στενού ανοίγματος πλάτους περίπου 600 μέτρων. Επομένως, η ανανέωση των υδάτων του είναι ιδιαίτερα αργή, με αποτέλεσμα οι ρύποι και τα οργανικά φορτία να παραμένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο οικοσύστημα.
Η κατάσταση επιβαρύνεται από τη βιομηχανική δραστηριότητα, τις γεωργικές απορροές που μεταφέρονται μέσω των ποταμών και τα απόβλητα των ιχθυοκαλλιεργειών.
Σύμφωνα με όσα παρουσιάζονται στην έρευνα του Solomon, οι τροφές που δεν καταναλώνονται από τα εκτρεφόμενα ψάρια, τα περιττώματά τους και άλλες ουσίες που συνδέονται με τη λειτουργία των μονάδων καταλήγουν στον βυθό, ενισχύοντας το φαινόμενο του ευτροφισμού.
Πρόκειται για μια διαδικασία κατά την οποία η υπερβολική συγκέντρωση θρεπτικών ουσιών ευνοεί την ανάπτυξη φυκών και μικροοργανισμών, οδηγώντας σε μείωση του διαθέσιμου οξυγόνου.
Οι συνέπειες είναι ιδιαίτερα σοβαρές για τη θαλάσσια ζωή, καθώς περιορίζεται ο χώρος στον οποίο μπορούν να επιβιώσουν τα ψάρια και άλλοι οργανισμοί.
Όπως περιγράφουν δύτες που επικαλείται η έρευνα, σε ορισμένα σημεία γύρω από τις εγκαταστάσεις η ορατότητα είναι ελάχιστη, τα νερά εμφανίζονται θολά και στον βυθό παρατηρούνται εκτεταμένες βακτηριακές επικαλύψεις.
Η θαλάσσια επιστήμονας Ρωξάνη Νάασαν Αγά-Σπυριδοπούλου, η οποία αντιτίθεται στα σχέδια επέκτασης, παρομοιάζει την κατάσταση με έναν σοβαρά άρρωστο άνθρωπο στον οποίο επιτρέπεται να συνεχίζει μια επιβλαβή συνήθεια. Όπως επισημαίνει στην έρευνα, ο Αμβρακικός χρειάζεται άμεσα μέτρα προστασίας, καθώς η περιβαλλοντική του κατάσταση επιδεινώνεται.
Υποδεκαπλασιάστηκαν οι ψαράδες σε μισό αιώνα
Πριν από περίπου 50 χρόνια, σύμφωνα με τον Παύλο Χαραλάμπους, ψαρά τέταρτης γενιάς και επικεφαλής τοπικού αλιευτικού συλλόγου, περισσότεροι από 5.000 άνθρωποι ασχολούνταν με την αλιεία στον Αμβρακικό. Σήμερα, όμως, έχουν απομείνει μόλις μερικές εκατοντάδες.
Ο ίδιος περιγράφει στο Solomon μια δραματική μείωση των αλιευμάτων, εκτιμώντας ότι το 70% έως 80% της θάλασσας είναι πλέον νεκρό. Η εκτίμηση αυτή αποτελεί προσωπική μαρτυρία του αλιέα και όχι επιστημονική μέτρηση της συνολικής οικολογικής κατάστασης του κόλπου.
Ωστόσο, οι αλλαγές που περιγράφουν οι επαγγελματίες της περιοχής είναι ενδεικτικές της πίεσης που δέχεται η παραδοσιακή αλιεία.
Τη δεκαετία του 1960, ένας ψαράς μπορούσε να αλιεύσει περισσότερα από 130 κιλά γαρίδας μέσα σε μία ημέρα. Σήμερα, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συγκέντρωσε η δημοσιογραφική ομάδα, ακόμη και δύο με τρία κιλά θεωρούνται καλή ψαριά.
Είδη που άλλοτε αποτελούσαν σημαντική πηγή εισοδήματος έχουν περιοριστεί δραματικά, ενώ ορισμένοι ψαράδες αναφέρουν ότι δεν συναντούν πλέον ψάρια που στο παρελθόν ήταν συνηθισμένα στην περιοχή.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα στις παραδοσιακές λιμνοθάλασσες του Αμβρακικού. Ο Ανδρέας Κοτσαρίνης, ένας από τους μόλις 23 αλιείς που εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται σε αυτές, εκτιμά ότι η παραδοσιακή αλιευτική δραστηριότητα κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Η μέση ηλικία των επαγγελματιών πλησιάζει πλέον τα 60 χρόνια, ενώ οι νεότερες γενιές δεν βλέπουν οικονομική προοπτική στον κλάδο.
Οι αλιείς υποστηρίζουν ακόμη ότι οι εγκαταστάσεις ιχθυοκαλλιέργειας προσελκύουν άγριους πληθυσμούς ψαριών, λόγω της τροφής που χρησιμοποιείται στις μονάδες, περιορίζοντας έτσι τη μετακίνησή τους προς τις φυσικές λιμνοθάλασσες.
Μία βιομηχανία εκατοντάδων εκατομμυρίων
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η έρευνα, η Ελλάδα παράγει περισσότερους από 120.000 τόνους εκτρεφόμενων ψαριών ετησίως, με το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής να κατευθύνεται στις αγορές του εξωτερικού.
Η αξία των ελληνικών εξαγωγών λαβρακιού και τσιπούρας προσεγγίζει τα 700 εκατ. δολάρια, με βασικούς προορισμούς ευρωπαϊκές αγορές όπως η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία. Ο ευρύτερος κλάδος αποτιμάται από την έρευνα σε περίπου 900 εκατ. Δολάρια. Η ανάπτυξή του έχει προσελκύσει διεθνή επενδυτικά κεφάλαια, μεταξύ άλλων από το Άμπου Ντάμπι, το Λουξεμβούργο και τον Καναδά.
Ωστόσο, σύμφωνα με τους συντάκτες της έρευνας, η οικονομική ανάπτυξη του κλάδου συνοδεύεται από περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις που δεν αποτυπώνονται απαραίτητα στο τελικό κόστος των προϊόντων.
Η συγκεκριμένη αντίφαση βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ευρύτερης διεθνούς συζήτησης για τη λεγόμενη "γαλάζια οικονομία".
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η υδατοκαλλιέργεια αποτελεί πλέον μια βιομηχανία αξίας άνω των 300 δισ. δολαρίων, καθώς περισσότερο από το μισό των θαλασσινών που καταναλώνονται προέρχεται από εκτροφή και όχι από την αλιεία άγριων πληθυσμών.
Παρότι η ανάπτυξη της υδατοκαλλιέργειας προβάλλεται ως απάντηση στην υπεραλίευση, η παραγωγή ορισμένων ειδών εξακολουθεί να εξαρτάται από ιχθυάλευρα και ιχθυέλαια που παράγονται από άγρια αλιευόμενα ψάρια.
Έτσι, ένα μέρος της περιβαλλοντικής πίεσης μεταφέρεται σε άλλες περιοχές του πλανήτη, από τις οποίες προέρχονται οι πρώτες ύλες των ιχθυοτροφών.
Εγκαταλελειμμένες μονάδες και οι τόνοι απορριμμάτων
Ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα που αναδεικνύει η έρευνα αφορά τις εγκαταλελειμμένες ιχθυοκαλλιέργειες. Στον Αμβρακικό, 11 από τις 30 μονάδες που καταγράφονται είναι ανενεργές, αφήνοντας πίσω τους εγκαταστάσεις και υλικά που εξακολουθούν να επιβαρύνουν το περιβάλλον.
Σκουριασμένες μεταλλικές κατασκευές, δίχτυα, σχοινιά, πλαστικά και πλωτές εγκαταστάσεις παραμένουν σε παράκτιες περιοχές και στον θαλάσσιο χώρο. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το διογκωμένο πολυστυρένιο, γνωστό ως φελιζόλ, το οποίο χρησιμοποιείται σε πλωτές κατασκευές. Καθώς οι εγκαταστάσεις φθείρονται, το υλικό διασπάται σε μικρά σφαιρίδια που μεταφέρονται με τα θαλάσσια ρεύματα και διασκορπίζονται στο περιβάλλον.
Ο Αναστάσιος Φιλιππίδης, εκτελεστικός διευθυντής της περιβαλλοντικής οργάνωσης OZON, περιγράφει στην έρευνα την έκταση του προβλήματος. Τον Οκτώβριο του 2024, η οργάνωση απομάκρυνε περισσότερους από 120 τόνους θαλάσσιων απορριμμάτων από μία μόνο εγκατάσταση στον Αμβρακικό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, σε ολόκληρη την Ελλάδα υπάρχουν περισσότερες από 140 εγκαταλελειμμένες μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας. Η απομάκρυνση των υλικών συναντά συχνά γραφειοκρατικά εμπόδια, καθώς απαιτούνται εγκρίσεις από διαφορετικές υπηρεσίες, ενώ σε περιπτώσεις πτωχευμένων επιχειρήσεων ανακύπτουν ζητήματα σχετικά με την ευθύνη καθαρισμού.
Ο Φιλιππίδης ασκεί έντονη κριτική στη λειτουργία των κρατικών μηχανισμών, υποστηρίζοντας ότι η απουσία αποτελεσματικού ελέγχου επιτρέπει τη διαιώνιση του προβλήματος.
Το σχέδιο του 2011 που άλλαξε τις ελληνικές ακτές
Η έρευνα του Solomon ανατρέχει και στο θεσμικό πλαίσιο που άνοιξε τον δρόμο για τη μεγάλης κλίμακας ανάπτυξη των ιχθυοκαλλιεργειών στην Ελλάδα.
Τον Νοέμβριο του 2011, εν μέσω της οικονομικής κρίσης και της πολιτικής αναταραχής που οδήγησε στην αποχώρηση του Γιώργου Παπανδρέου από την πρωθυπουργία, οκτώ υπουργοί υπέγραψαν απόφαση που προέβλεπε σημαντική επέκταση των περιοχών οι οποίες προορίζονταν για υδατοκαλλιέργειες.
Σύμφωνα με την έρευνα, ο σχεδιασμός προέβλεπε αύξηση της σχετικής έκτασης κατά 24 φορές, δεσμεύοντας περίπου 60.000 στρέμματα παράκτιων περιοχών, δηλαδή περισσότερα από 240.000 στρέμματα.
Το πλαίσιο αυτό αποτέλεσε τη βάση για την ανάπτυξη των Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών, των γνωστών ΠΟΑΥ.
Οι συντάκτες της έρευνας επισημαίνουν ότι η διαδικασία προχώρησε χωρίς ουσιαστική δημόσια συζήτηση για τις επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, η εφαρμογή του σχεδιασμού εξακολουθεί να προκαλεί αντιδράσεις.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται τοπικές περιβαλλοντικές οργανώσεις, εννέα σχέδια επέκτασης αντιμετωπίζουν ενεργές αντιδράσεις, οκτώ παραμένουν στην αρχική τους κατάσταση, επτά έχουν εγκριθεί και ένα έχει απορριφθεί.
Η δημοσιογράφος Ελίνα Μακρή, εκπρόσωπος της συμμαχίας ΑΚΤΑΙΑ για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος από τις ιχθυοκαλλιέργειες, υποστηρίζει ότι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις και η βούληση των τοπικών κοινωνιών αντιμετωπίστηκαν ως δευτερεύοντα ζητήματα. Κατά την ίδια, η σημερινή κατάσταση αποτυπώνει κυρίως την αδυναμία του κράτους να εφαρμόσει μια συνεκτική πολιτική.
Σχέδια επέκτασης παρά τις περιβαλλοντικές προειδοποιήσεις
Στον Αμβρακικό, η αντιπαράθεση επικεντρώνεται στα σχέδια για επέκταση των εκτάσεων ιχθυοκαλλιέργειας κατά περισσότερο από 110%. Ο στόχος είναι η αύξηση της ετήσιας παραγωγής σε περισσότερους από 8.000 τόνους.
Η προοπτική αυτή προκαλεί αντιδράσεις από επιστήμονες, περιβαλλοντικές οργανώσεις και κατοίκους, οι οποίοι επισημαίνουν ότι ο κόλπος αντιμετωπίζει ήδη σοβαρά προβλήματα οξυγόνωσης και ρύπανσης.
Τον Νοέμβριο του 2025, σχεδόν 40 επιστημονικοί φορείς, οργανώσεις και εκπρόσωποι τοπικών κοινωνιών υπέγραψαν επιστολή κατά των σχεδίων επέκτασης. Μεταξύ των οργανώσεων που συμμετείχαν περιλαμβάνονταν η Greenpeace και το WWF.
Στην παρέμβασή τους υπογράμμιζαν ότι ολόκληρος ο Αμβρακικός αποτελεί περιοχή ιδιαίτερης σημασίας για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και ότι η επέκταση των ιχθυοκαλλιεργειών θα δημιουργούσε πρόσθετους περιβαλλοντικούς κινδύνους.
Η οργάνωση iSea, η οποία συντονίζει τη Συμμαχία για τον Αμβρακικό, εκφράζει επίσης σοβαρές επιφυλάξεις. Η Μαρτίνα Τσίπριαν, υπεύθυνη προγράμματος της οργάνωσης, επισημαίνει ότι η επέκταση των μονάδων ενδέχεται να επηρεάσει τη συμπεριφορά μεγάλων θαλάσσιων ζώων, να προκαλέσει απώλεια λιβαδιών θαλάσσιων φυτών και να επιβαρύνει οργανισμούς που ζουν στον βυθό.
Στους κινδύνους που καταγράφονται περιλαμβάνονται επίσης η παγίδευση θαλασσοπουλιών σε προστατευτικά δίχτυα και οι πιέσεις σε ευάλωτα θαλάσσια είδη.
Επιπλέον, η ευρωπαϊκή νομοθεσία θέτει ως στόχο τη βελτίωση της ποιότητας των υδάτων του Αμβρακικού από την κατηγορία "κακή" στην κατηγορία "καλή" έως το 2027, σύμφωνα με όσα αναφέρει η έρευνα.
Η συνύπαρξη αυτού του στόχου με τα σχέδια αύξησης της παραγωγής δημιουργεί ερωτήματα για τη συμβατότητα της αναπτυξιακής πολιτικής με τις υποχρεώσεις περιβαλλοντικής προστασίας.
Οι ιχθυοτροφές και η σύνδεση με τη Δυτική Αφρική
Μια λιγότερο ορατή πτυχή της βιομηχανίας αφορά την προέλευση των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται στις ιχθυοτροφές. Η διεθνής έρευνα του Outlaw Ocean Project, η οποία διήρκεσε πέντε χρόνια, εξέτασε την παγκόσμια αλυσίδα παραγωγής ιχθυαλεύρων, καταγράφοντας περιπτώσεις εργασιακής εκμετάλλευσης, περιβαλλοντικής ρύπανσης και επιπτώσεων στις τοπικές αλιευτικές κοινότητες από τη Σενεγάλη έως το Περού.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, σχεδόν όλες οι μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας στον Αμβρακικό χρησιμοποιούν τροφές που περιέχουν ιχθυάλευρα από άγρια αλιευόμενα ψάρια.
Η έρευνα αναφέρεται και στην Avramar, η οποία έχει δραστηριότητα στην Ελλάδα και την Ισπανία και έχει περάσει στον έλεγχο της καναδικής Cooke, με τη δραστηριότητα στην Ελλάδα να μετονομάζεται σε Cooke Hellas.
Σύμφωνα με την έρευνα, η εφοδιαστική αλυσίδα της εταιρείας περιλαμβάνει ιχθυάλευρα που συνδέονται με αλιεύματα από τη Δυτική Αφρική και τη Δυτική Σαχάρα.
Η δημοσιογραφική ομάδα επισημαίνει ότι η εντατική αλιεία μικρών πελαγικών ψαριών σε αυτές τις περιοχές μπορεί να επηρεάσει τη διαθεσιμότητα τροφής για τους τοπικούς πληθυσμούς και τα θαλάσσια οικοσυστήματα.
Αντιδρούν οι τοπικές κοινωνίες - Προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη
Η αντίθεση στην επέκταση των ιχθυοκαλλιεργειών δεν περιορίζεται στον Αμβρακικό. Αντίστοιχες κινητοποιήσεις καταγράφονται σε περιοχές όπως ο Πόρος, το Ξηρόμερο και η Εύβοια.
Στον Πόρο, δικαστική εξέλιξη τον Αύγουστο του 2025, σχετικά με σχέδια επέκτασης της Avramar κατά 800%, ανέδειξε το ζήτημα της χρήσης παλαιών περιβαλλοντικών μελετών για την αδειοδότηση νέων δραστηριοτήτων.
Στο Ξηρόμερο, ο δήμαρχος Γιάννης Τριανταφυλλάκης περιγράφει μια διαφορετική αλλά εξίσου σύνθετη πραγματικότητα.
Όπως αναφέρει στο Solomon, η δημοτική αρχή βρέθηκε αντιμέτωπη με πιέσεις για την επέκταση της έκτασης που προορίζεται για ιχθυοκαλλιέργειες στην παράκτια περιοχή του δήμου κατά περισσότερο από 20 φορές.
Ο δήμος προσέφυγε στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι δεν έγιναν αποδεκτά τα όρια που είχε θέσει η τοπική κοινωνία. Ο ίδιος αναγνωρίζει, πάντως, ότι η ιχθυοκαλλιέργεια αποτελεί σημαντική οικονομική δραστηριότητα για μια περιοχή με περιορισμένες επαγγελματικές ευκαιρίες.
Το δίλημμα είναι χαρακτηριστικό: από τη μία πλευρά η ανάγκη διατήρησης θέσεων εργασίας και προσέλκυσης επενδύσεων και από την άλλη η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, από το οποίο εξαρτάται επίσης σημαντικό μέρος της τοπικής οικονομίας.
Τι κάνει το κράτος
Πέρα από τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, η έρευνα αναδεικνύει και το πρόβλημα του κατακερματισμού των αρμοδιοτήτων. Η διαχείριση του Αμβρακικού εμπλέκει πέντε δήμους, δύο περιφέρειες, διαφορετικές κρατικές υπηρεσίες και ένα σύνθετο πλαίσιο εθνικών και ευρωπαϊκών κανόνων. Αυτό δημιουργεί δυσκολίες τόσο στην εποπτεία της λειτουργίας των μονάδων όσο και στην αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων.
Η έρευνα καταγράφει επίσης καταγγελίες και ανεπιβεβαίωτους ισχυρισμούς κατοίκων σχετικά με την αδειοδότηση εγκαταστάσεων, τη διαχείριση περιστατικών θνησιμότητας ψαριών και τις σχέσεις επιχειρήσεων με κρατικούς φορείς.
Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν παρουσιάζονται ως αποδεδειγμένα γεγονότα. Σύμφωνα με το Solomon, η ελληνική κυβέρνηση δεν απάντησε στα ερωτήματα της δημοσιογραφικής ομάδας σχετικά με τα σχέδια επέκτασης, τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, την απομάκρυνση εγκαταλελειμμένων μονάδων και τις καταγγελίες περί πιέσεων προς την τοπική αυτοδιοίκηση.
Η απουσία απαντήσεων αφήνει ανοιχτά σημαντικά ερωτήματα για το πώς θα συνδυαστούν η οικονομική ανάπτυξη του κλάδου και η προστασία ενός ήδη επιβαρυμένου οικοσυστήματος.
Το μέλλον ενός προστατευόμενου κόλπου
Ο Αμβρακικός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των αντιφάσεων που συνοδεύουν την ανάπτυξη της βιομηχανικής ιχθυοκαλλιέργειας.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται ένας ισχυρός εξαγωγικός κλάδος, με σημαντική συμβολή στην οικονομία και θέσεις εργασίας σε περιοχές όπου οι εναλλακτικές επιλογές είναι περιορισμένες. Από την άλλη, ένα ιδιαίτερα ευάλωτο θαλάσσιο οικοσύστημα, η παραδοσιακή αλιεία που υποχωρεί και οι τοπικές κοινωνίες που ανησυχούν για την περιβαλλοντική υποβάθμιση.
Η έρευνα του Outlaw Ocean Project, που δημοσίευσε το Solomon, θέτει στο επίκεντρο ένα ερώτημα που ξεπερνά τα όρια του Αμβρακικού. Αυτό είναι το μέχρι ποιο σημείο μπορεί να επεκτείνεται μια παραγωγική δραστηριότητα όταν το φυσικό περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται εμφανίζει ήδη σοβαρά σημάδια πίεσης;
Για τους ψαράδες που εξακολουθούν να εργάζονται στα νερά του κόλπου, το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό.
Ο Παύλος Χαραλάμπους, που μεγάλωσε στον Αμβρακικό και συνεχίζει να αγωνίζεται για την προστασία του, βλέπει τις επόμενες γενιές να απομακρύνονται από το επάγγελμα που στήριξε την οικογένειά του. Ο ίδιος επιμένει να υπερασπίζεται τον τόπο όπου μεγάλωσε, παρά τις δυσκολίες και τη συρρίκνωση της αλιευτικής δραστηριότητας.
Γιατί, όπως προκύπτει από τις μαρτυρίες που συγκέντρωσε η διεθνής δημοσιογραφική ομάδα, το διακύβευμα δεν είναι μόνο το μέλλον μιας οικονομικής δραστηριότητας, αλλά η δυνατότητα ενός από τους σημαντικότερους υγροτόπους της Μεσογείου να συνεχίσει να φιλοξενεί ζωή.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
