Ένα παιδί γεννιέται σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, από την οποία υποφέρει η πλειονότητα του πληθυσμού. Ο πατέρας του πλέκει καλάθια. Η μάνα του κάνει αιματηρές οικονομίες για να έχουν στο κυριακάτικο τραπέζι ένα καρβέλι ψωμί. Κουτσοπηγαίνει το παιδί στις δυό πρώτες τάξεις, μαθαίνει ανάγνωση και γραφή, μετά ο μπαμπάς του φεύγει για τον πόλεμο και εκείνο αναγκαστικά αφήνει το σχολείο και ρίχνεται στη βιοπάλη. Τυλίγει ματσάκια σε κλωστήριο. Κουβαλάει μαναβικά με το μουλάρι ή τα φορτώνεται στην πλάτη του, χιλιόμετρα από τον αγρό στην πόλη. Γίνεται εφημεριδοπώλης, βοηθός μπακάλη, χαμάλης στο λιμάνι. Εκδοροσφαγέας. Να σκοτώνει και να γδέρνει αιγοπρόβατα και μοσχάρια, το αίμα τους να τρέχει ποτάμι – αυτή η δουλειά αμείβεται κάπως καλύτερα, στα δεκαπέντε του ξεφεύγει επιτέλους απ’το φάσμα της πείνας.
Μιλάμε για τη βικτωριανή Αγγλία; Για το σημερινό Μπαγκλαντές; Όχι. Μιλάμε για τη Σύρο και τον Πειραιά κατά το πρώτο τέταρτο του περασμένου αιώνα.
Μιλάμε για την αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη, που τη μισοέγραψε, τη μισοϋπαγόρευσε στα στερνά του. Για ένα από τα δέκα πιο σημαντικά βιβλία που έχω διαβάσει ποτέ.
Για τρεις λόγους.
Ελάχιστες, πρώτον, έχουμε από τα μέσα αφηγήσεις της καθημερινότητας των πολλών στην τότε Ελλάδα. Το 1936, η Λιλίκα Νάκου έγραψε ένα χρονικό για τα Βουρλά, για το μεγαλύτερο πορνείο της χώρας, το οποίο λειτουργούσε υπό κρατική διαχείριση στον Πειραιά. Είδε τους αγαπητικούς που προστάτευαν -δηλαδή εκμεταλλεύονταν- τα κορίτσια. Μίλησε με τα ίδια τα κορίτσια. Πλην όση ενσυναίσθηση και αν διέθετε η εξαιρετική εκείνη συγγραφέας, κοιτούσε απέξω τις ζωές τους. Το 1964, ο Θανάσης Βαλτινός δημοσίευσε το "Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη". Τις διηγήσεις ενός χωρικού από την Αρκαδία που το’χε βάλει σκοπό -περ μάρε, περ τέρα- να μεταναστεύσει και να προκόψει στην Αμερική. Το "Συναξάρι" είναι εξαιρετικό με όρους λογοτεχνικούς. Επειδή ακριβώς παρεμβάλλεται μεταξύ του Κορδοπάτη και του αναγνώστη ο Βαλτινός. Ο Μάρκος Βαμβακάρης σου τα λέει ο ίδιος. Σχεδόν αδιαμεσολάβητα.
Ο Μάρκος, μέσα στις περιπέτειες και στα βάσανά του, έκανε κάτι το μοναδικό. Μέχρι στιγμής ανεπανάληπτο. Πήρε τα σκόρπια ακούσματα, ένα αδιαμόρφωτο υλικό, και πρωτοστάτησε στη δημιουργία μιάς καινούργιας τέχνης. Του ρεμπέτικου τραγουδιού. Που στη συνέχεια -χάρη στον Τσιτσάνη- έγινε λαϊκό. Ο Μάρκος έστρωσε το τραπέζι για τους σύγχρονους και για τους κατοπινούς του και τους είπε "κοπιάστε, φάτε!" Δίχως τον Βαμβακάρη δεν θα υπήρχαν όπως τους γνωρίζουμε ούτε ο Θεοδωράκης ούτε ο Χατζιδάκις. Ούτε ο Σαββόπουλος και ο Ξαρχάκος. Ούτε ο Ζαμπέτας και ο Άκης Πάνου. Ο Μίκης το είχε αναγνωρίσει εμφαντικά: "Όλοι εμείς είμαστε τα κλαδιά. Ο Μάρκος είναι το δέντρο."
Είχε συνείδηση της ιδιοφυίας του; Και ναι και όχι. Στιγμές-στιγμές καυχιέται για ό,τι έχει φτιάξει. Αμέσως όμως το ξεχνάει, πηδάει σε άλλο θέμα. Γίνεται απαράμιλλα σαρκικός. Ανιστορεί πώς ερωτεύτηκε τη μία και την άλλη περιστέρα, ενίοτε και τις δυό παράλληλα. Πόσο τον βασάνισε και τον ενέπνευσε το χασίς – ήταν για δεκαετίες φανατικός χρήστης, δεν άφησε τεκέ που να μην τον τιμήσει. Μιλάει για τις συνεργασίες του, που τέλειωναν συχνά κακήν-κακώς. Θυμάται κάθε μεροκάματό του μέχρι πενηνταράκι. Για τα κέντρα και για τα καφενεία που έπαιζε, στα πιο απροσδόκητα συχνά σημεία της επικράτειας, στους Φούρνους Ικαρίας ή στη Λέρο. Είναι στην έμπνευσή του τρομερά άνισος. Ο άνθρωπος που συνέθεσε τη "Φραγκοσυριανή" και κάμποσα ακόμα αριστουργήματα, καμαρώνει για το μποστικής τεχνοτροπίας δίστιχο "πνίγηκα γλυκιά μου μάνα, στα νερά του Σηκουάνα".
Κυρίως όμως, στις σελίδες του ξεδιπλώνεται μια φιλοσοφία ζωής θαυμαστή. Είτε ήταν λούμπεν -καθώς τον χαρακτήριζαν οι καθωσπρέπει αστοί αλλά και οι πουριτανοί κομμουνιστές-, είτε μάγκας και δερβίσης -όπως ο ίδιος αντιλαμβανόταν τον εαυτό του-, ο Μάρκος Βαμβακάρης ακολουθούσε ανέκαθεν τη δική του πυξίδα. Υπάκουε μόνο στον προσωπικό του θεό. Πορευόταν "κατά τον δαίμονα εαυτού" - σύμφωνα με τη φράση που είναι χαραγμένη στον τάφο του Τζιμ Μόρισον. Πληρώνοντας ευχαρίστως το κόστος. Το κόστος του να μην στριμώχνεσαι σε καλούπια. Του να μην μπαίνεις σε ξένο ζύγι ή ζυγό.
Όταν ο Μάρκος ξέπεσε, όταν -κατά τη δεκαετία του 1950- έμοιαζε ξεπερασμένος, δεν πάσχισε να μιμηθεί τη μόδα. Δεν διανοήθηκε να κλαφτεί, να φιλήσει κατουρημένες ποδιές υπενθυμίζοντας την προσφορά του. Ζώστηκε εκείνος -ο πατριάρχης του τραγουδιού- το μπουζούκι του -το "ζητιανόξυλο" όπως το χλευάζαν- και βγήκε στον δρόμο για τον επιούσιο. Σκυλί του πολέμου, με την υγεία του ήδη κλονισμένη από τις ταλαιπωρίες μα με το μάτι πάντα ορθάνοιχτο και παιχνιδιάρικο.
Είναι ο Βαμβακάρης προϊόν των συνθηκών; Προφανώς. Η σημερινή πραγματικότητα σε απονευρώνει, σου ρουφάει ανεπαισθήτως τους χυμούς. Σήμερα οι τοίχοι στον ανεπτυγμένο κόσμο έχουν αφρολέξ. Πρέπει να διαθέτεις εντελώς ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία ή να σε έχει θαλασσοδείρει αλύπητα η τύχη για να αποκτήσεις τη ραχοκοκκαλιά του. Και στο φινάλε, πόσοι θα αποδέχονταν να περάσουν διά πυρός και σιδήρου όπως ο Μάρκος για να αφήσουν πίσω τους έργο συγκρίσιμο με το έργο του;
Διάβαζα την αυτοβιογραφία του σε ένα καφενείο στην Ερμούπολη. Όσο την προχωρούσα, τόσο αισθανόμουν ότι κρατώ στα χέρια μου ένα ιερό σχεδόν κείμενο. Τελειώνοντάς την, έσπευσα στον Άι Τζώρτζη, στην καθολική επισκοπή, στην κορυφή της Άνω Σύρας. Του άναψα κερί. Του ζήτησα όχι να μας προστατεύει -ύπουλο πράγμα η προστασία- αλλά να μας εμπνέει. "Μ’αρέσουν οι καρδιές σαν τη δικιά σου…" του ψιθύρισα.
Πηγή: capital
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr