Μετά την τρομοκρατική επίθεση με γκαζάκια στη Θεσσαλονίκη, με τραγικό θύμα τη Βάγια Νέστορα, και τις κατηγορίες που εκτόξευσαν οι κυβερνητικοί εναντίον της αριστεράς – και ειδικά εναντίον του Αλέξη Τσίπρα - ότι ανέχονται τη βία των αναρχικών, υπήρξαν δυο ειδών αντιδράσεις.
Η πρώτη ομάδα σχολιαστών, υπερθεμάτισε για την σχέση αγάπης της θεσμικής αριστεράς με τους συντρόφους με τις κουκούλες που παραστράτισαν, χαρακτήρισε την καταδίκη της βίας των αριστεριστών από τα κόμματα της αριστεράς προσχηματική και σημείωσε ότι "αν σκαλίσει κανείς βαθύτερα θα διαπιστώσει εύκολα τη σύνδεση των επιθέσεων αυτών με τη λατρεία της σύγκρουσης, την εχθροπάθεια και το μίσος που είναι συστατικά στοιχεία του λόγου της αριστεράς." (βλ. Στάθης Καλύβας, Εγκλημα χωρίς Τιμωρία, Καθημερινή). Κατηγορώντας ταυτόχρονα την κυβέρνηση ότι δεν επιβάλει τον νόμο με αυστηρότητα, καθώς το κόστος είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το όφελος. Το παράδειγμα που έφερε ο καθηγητής Καλύβας για την ασυλία που προσφέρεται στους αριστεριστές- τρομοκράτες, είναι η αθώωση λόγω "αμφιβολιών", όλων όσων παραπέμθηκαν στο δικαστήριο για τον προπηλακισμό του πρώην πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Δημήτρη Μπουραντώνη. Μια ομολογουμένως πολύ περίεργη απόφαση της Δικαιοσύνης.
Η δεύτερη ομάδα σχολιαστών, χαρακτηρίζει την ανοχή στον δολοφονικό ακτιβισμό των μπαχαλάκηδων ένα περιθωριακό φαινόμενο ακόμα και για την αριστερά και υποστηρίζει ότι περιορίζεται σε ορισμένους "μυαλοφυγόδικους αριστερούς", που θεωρούν τους μαυροντημένους χούλιγκαν "δικά μας παιδιά". Υποστηρίζει ότι η όποια ανοχή, "είναι περισσότερο του τύπου πού να μπλέκεις" και πολύ λιγότερο ιδεολογική. (Παύλος Τσίμας, Από τη Χρυσή Αυγή στα Γκαζάκια, Τα Νέα).
Αυτή η δεύτερη ομάδα σχολιαστών κατηγορεί μάλιστα την κυβέρνηση, ότι επιδιώκοντας (με τις επιθέσεις στην αριστερά) μικροπολιτικά οφέλη και να συσπειρώσει τους οπαδούς της, έχασε την ευκαιρία να συγκροτήσει ένα δημοκρατικό μπλόκ απέναντι στην αριστερίστικη, χαμηλής έντασης τρομοκρατία, όπως συνέβη στο παρελθόν με τη 17 Νοέμβρη ή την Χρυσή Αυγή. Προσθέτοντας ότι αυτή η πολιτική απομόνωσης και απονομιμοποίησης, είναι που οδήγησε στην εξάρθρωση των δολοφονικών οργανώσεων, τόσο της άκρας δεξιάς όσο και της άκρας αριστεράς.
Είναι όμως έτσι; Κατ΄αρχάς να σημειώσουμε ότι μεταξύ των αντιδράσεων, υπήρξε τουλάχιστον ένας "αρχηγός" κόμματος- που θεωρητικά τοποθετείται στην αριστερά- η κ. Ζωή Κωνσταντοπούλου, που πέραν τη τυπικής δήλωσης συμπαράστασης στα θύματα, αμφισβήτησε την αριστερίστικη προέλευση των δραστών. Μάλιστα διατύπωσε θεωρίες ότι πιθανώς οι δράστες να είναι νεοδημοκράτες (sic) ή ακόμα και μέλη της μαφίας, και εν πάση περιπτώσει δήλωσε ότι "πρέπει να εξεταστεί στα σοβαρά το ενδεχόμενο της προβοκάτσιας".
Είναι η γνωστή ιστορία της έμμεσης αθώωσης της αριστεράς για τη βία, με το αστείο επιχείρημα ότι δήθεν τα "αριστερά παιδιά" δεν μπορεί να είναι τρομοκράτες, δεν μπορεί κάτι άλλο συμβαίνει, αδύνατον… Κάπως έτσι και εξ αυτού του λόγου, η Ελληνική Αστυνομία πελαγοδρομούσε επί χρόνια στην υπόθεση της 17 Νοέμβρη. Μάλιστα η κ. Κωνσταντοπούλου έφθασε στο σημείο να μιλήσει για προβοκάτσια και για την υπόθεση της Μαρφίν.
Θα μου πείτε η κ. Κωνσταντοπούλου είναι "ιδιάζουσα περίπτωση", εκτός του πολιτικού, και δεν θα διαφωνήσω. Ας επιστρέψουμε στο ερώτημα αν η ομόθυμη καταδίκη προσφέρει το όχημα για την απομόνωση και τελικά την εξάρθρωση των τρομοκρατικών οργανώσεων. Σίγουρα αποτελεί προϋπόθεση, αλλά αμφιβάλω αν αρκεί. Θέλω να πω, στην υπόθεση της 17 Νοέμβρη, μπορεί μια αλλαγή στις αντιλήψεις που προκάλεσε η δολοφονία Μπακογιάννη και ο θάνατος Αξαρλιάν- κυρίως όμως η αγωνία για την εθνική υπόθεση των Ολυμπιακών Αγώνων- να βοήθησε στην αντιμετώπιση του φαινομένου, αλλά αν δεν είχε προηγηθεί η συστηματική διερεύνηση των μελών των αντιδικτατορικών οργανώσεων στο Παρίσι, η αναδιοργάνωση της αντιτρομοκρατικής επι Χρυσοχοΐδη και η έκρηξη στον Πειραιά με θύμα τον ίδιο τον Ξηρό, ακόμα στο σκοτάδι θα ήμασταν.
Και ξαναγυρίζουμε στους αριστεριστές τρομοκράτες με τα γκαζάκια. Καλές οι πολιτικές καταδίκες δεν λέω, αλλά αμφιβάλω αν αρκούν, πόσο μάλλον που τα στοιχεία δείχνουν ότι κάποιος δεν κάνει καθόλου καλά τη δουλειά του, ονόματα δεν λέμε. Γιατί όπως προκύπτει από τα στοιχεία του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, το φαινόμενο δεν είναι περιθωριακό, αλλά έχει διαστάσεις. Μια δικογραφία κάθε πέντε ημέρες σχηματίζει η Αστυνομία για καταδρομικές επιθέσεις αριστεριστών- αντεξουσιαστών. Το 2024 η ΕΛΑΣ και η υποδιεύθυνηση Κρατικής Ασφάλειας σχημάτισαν 78 δικογραφίες για εμπρηστικές επιθέσεις, φθορές και πρόκληση επεισοδίων, μεταξύ αυτών και για την επίθεση στο σπίτι της τότε προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα. Το 2025 η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής σχημάτισε 72 δικογραφίες για ιδίου τύπου αδικήματα, ανάμεσά τους και για την επίθεση με αυτοσχέδιο μηχανισμό σε βάρος του βουλευτή της ΝΔ στη Θεσσαλονίκη Στράτου Σιμόπουλου. Και φέτος, μέχρι στιγμής, έχουν σχηματιστεί ήδη 41 δικογραφίες. Δηλαδή συνολικά από το 2024 μέχρι σήμερα, έχουν συλληφθεί για τέτοιες υποθέσεις, μόνο στην Αττική 150 άτομα.
Μαντέψτε τώρα τη συνέχεια: Οι περισσότερες από τις υποθέσεις αυτές δεν έχουν φθάσει καν στα δικαστήρια, οι περισσότεροι δηλαδή από τους κατηγορούμενους, δεν έχουν καν οδηγηθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης. Και το κερασάκι στην τούρτα: Για τα σοβαρά επεισόδια στη διαδήλωση για την τραγωδία των Τεμπών τον Φεβρουάριο του 2025, η Αστυνομία σχημάτισε έναν ογκωδέστατο φάκελο με πολλούς κατηγορούμενους. Για άλλη μια φορά οι αντεξουσιαστές θέλησαν να κάψουν την Αθήνα. Για την υπόθεση, δεν έχει ξεκινήσει καν η κύρια ανάκριση.
Πηγή: capital
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr