Το στεγαστικό πρόβλημα εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της εποχής μας, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης βρίσκεται το ερώτημα: Ποιο είναι το αποτελεσματικότερο μοντέλο κρατικής παρέμβασης; Η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών (επιδότηση της ζήτησης) ή η λήψη μέτρων για να μπουν περισσότερα ακίνητα στην αγορά (επιδότηση της προσφοράς);
Στην Ελλάδα το ερώτημα έγινε και πιο συγκεκριμένο; Ρίχνουμε τα λεφτά σε προγράμματα τύπου "Σπίτι μου" για να αποκτήσουν πρόσβαση οι υποψήφιοι αγοραστές σε φθηνό χρήμα, ή σε project τύπου "Ανακαινίζω" μπας και μπουν κλειστά ακίνητα στην αγορά;
Η συζήτηση αυτή αποκτά άμεση επικαιρότητα, καθώς ανοίγει η πλατφόρμα για το νέο πρόγραμμα "Ανακαίνιση Κατοικίας", σηματοδοτώντας μια στροφή της στρατηγικής προς την ενίσχυση της προσφοράς, την ίδια ώρα που ο απολογισμός των προγραμμάτων "Σπίτι μου" προκαλεί έντονες συζητήσεις. Το πρόγραμμα Σπίτι μου, πρακτικά έχει κλείσει καθώς το μόνο που μένει είναι μέχρι το τέλος Αυγούστου να κάνουν δανειακή σύμβαση όσοι έχουν ήδη κάνει αίτηση ένταξης στο πρόγραμμα.
Η στροφή στην Προσφορά: Το πρόγραμμα "Ανακαίνιση Κατοικίας"
Από τη Δευτέρα 15 Ιουνίου, τίθεται σε λειτουργία η πλατφόρμα για το πρόγραμμα "Ανακαίνιση Κατοικίας". Πρόκειται για ένα καθαρό μέτρο ενίσχυσης της προσφοράς. Στόχος του προγράμματος είναι να κινητοποιήσει το "αδρανές" κτιριακό απόθεμα της χώρας, επιδοτώντας ιδιοκτήτες κλειστών ακινήτων προκειμένου να τα ανακαινίσουν και να τα διαθέσουν εκ νέου στην αγορά κατοικίας.
Με ποσοστά επιδότησης που αγγίζουν το 80%-95% για την ανακαίνιση, η φιλοσοφία του μέτρου βασίζεται στη λογική ότι η αύξηση του αριθμού των διαθέσιμων ακινήτων είναι ο μόνος βιώσιμος τρόπος για την εξισορρόπηση των τιμών και των ενοικίων σε βάθος χρόνου.
Τα προγράμματα "Σπίτι μου" και η επιδότηση της Ζήτησης
Στον αντίποδα, τα προγράμματα "Σπίτι μου Ι" και "Σπίτι μου ΙΙ" σχεδιάστηκαν ως εργαλεία χρηματοδοτικής προσβασιμότητας, δηλαδή ως μέτρα ενίσχυσης της ζήτησης. Μέσω της δραστικής επιδότησης του επιτοκίου (κατά 75% και 50% αντίστοιχα), έδωσαν τη δυνατότητα σε χιλιάδες νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος να διεκδικήσουν την αγορά πρώτης κατοικίας με μια βιώσιμη μηνιαία δόση.
Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή βρέθηκε στο στόχαστρο της κριτικής, με τα επιχειρήματα της "κόντρας" να επικεντρώνονται σε δύο βασικά σημεία:
1. Το "κυνήγι" των χαμένων ακινήτων και οι προεγκρίσεις
Το πρώτο μεγάλο επιχείρημα της κριτικής εστιάζει στο γεγονός ότι πολλοί ενδιαφερόμενοι, αν και έλαβαν την αρχική τραπεζική προέγκριση, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τοίχο στην προσπάθειά τους να εντοπίσουν κατάλληλο ακίνητο. Στον δημόσιο διάλογο διατυπώθηκε η αιτίαση ότι "το 55% των δικαιούχων έμεινε εκτός" λόγω της έλλειψης διαθέσιμων, ποιοτικών και προσιτών σπιτιών που να πληρούν τα κριτήρια του νόμου. Η ανάγκη εύρεσης ακινήτου με συγκεκριμένες προδιαγραφές μετατράπηκε σε σαφές εμπόδιο για ένα σημαντικό μέρος των υποψηφίων.
2. Η κατηγορία για τεχνητή ανατίμηση των τιμών
Το δεύτερο και βαθύτερα οικονομικό επιχείρημα είναι ότι η διοχέτευση φθηνού χρήματος και η απότομη ενίσχυση της ζήτησης σε μια ήδη "στεγνή" αγορά λειτούργησε ως επιταχυντής των ανατιμήσεων. Σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, όταν αυξάνεις τους αγοραστές χωρίς να αυξάνεις ταυτόχρονα τα σπίτια, το μόνο που καταφέρνεις είναι να οδηγήσεις τους ιδιοκτήτες σε αυξήσεις των ζητούμενων τιμών, εξανεμίζοντας έτσι μέρος του οφέλους της κρατικής επιδότησης.
Ο αντίλογος
Απέναντι σε αυτή την κριτική, υπουργεία Εθνικής Οικονομίας & Οικονομικών και Κοινωνικής Συνοχής & Οικογένειας παρουσίασαν έναν διαφορετικό, απολογιστικό αντίλογο βασισμένο στα επίσημα στοιχεία:
Η σύγκριση του αριθμού των προεγκρίσεων (38.000) με τον αριθμό των ωφελούμενων (περίπου 20.000) είναι μεθοδολογικά εσφαλμένη: Το Υπουργείο ξεκαθαρίζει ότι οι προεγκρίσεις αφορούν το αρχικό στάδιο πιστοληπτικής αξιολόγησης. Πολλοί ενδιαφερόμενοι υπέβαλαν αιτήσεις σε περισσότερες από μία τράπεζες και καταγράφηκαν πολλαπλώς, ενώ άλλοι λειτούργησαν διερευνητικά και αποχώρησαν για προσωπικούς ή οικογενειακούς λόγους, ανεξάρτητα από τη διαθεσιμότητα των ακινήτων.
Οι ανατιμήσεις προηγήθηκαν των προγραμμάτων: Επικαλούμενο τις σταθερές εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, το οικονομικό επιτελείο τονίζει ότι η άνοδος των τιμών στα ακίνητα συνδέεται με βαθύτερους, δομικούς παράγοντες: την περιορισμένη κατασκευαστική δραστηριότητα επί σειρά ετών, το αυξημένο κόστος των υλικών και την έντονη εξωτερική ζήτηση. Τα προγράμματα "Σπίτι μου", επομένως, δεν δημιούργησαν το κύμα ακρίβειας,
Χρηματοδοτήθηκε η προσιτή, παλαιά κατοικία: Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο μέσος όρος της εμπορικής αξίας των αποκτηθέντων ακινήτων διαμορφώθηκε στις 152.000 ευρώ, με μέση επιφάνεια τα 88 τ.μ. και μέσο έτος κατασκευής το 1982. Αυτό αποδεικνύει ότι το πρόγραμμα επανέφερε στην αγορά το παλαιότερο κτιριακό απόθεμα και δεν κατευθύνθηκε σε ακίνητα υψηλών προδιαγραφών ή επενδυτικού χαρακτήρα.
Που βρίσκεται η αλήθεια
Η αλήθεια είναι ότι προγράμματα ενίσχυσης της ζήτησης επιτείνουν το πρόβλημα των τιμών. Η "πιάτσα" γνωρίζει ότι το γεγονός ότι το πρόγραμμα "Σπίτι μου" επικεντρώθηκε σε ακίνητα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, έφερε τελικώς και αύξηση των απαιτήσεων των πολιτών. Προφανώς το κύμα ανατιμήσεων είχε ξεκινήσει νωρίτερα αλλά κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι δεν επέδρασε και ο δεύτερος παράγοντας. Το ίδιο ισχύει και για τη διαθεσιμότητα των ακινήτων. Το ότι ο αριθμός των προεγκρίσεων δεν μπορεί να συγκριθεί με τον αριθμό των ωφελούμενων δεν αναιρεί το γεγονός ότι χιλιάδες προσπάθησαν να βρουν σπίτι που να ταιριάζει στο πρόγραμμα και τελικώς έμειναν στην προσπάθεια. Όχι επειδή θα τους απέκλειε το πρόγραμμα αλλά επειδή θα πλήρωναν πολύ ακριβά για ένα παλαιό σπίτι που θα έχριζε εκτεταμένων ανακαινίσεων.
Η κυβέρνηση δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο να φτιάξει και νέο πρόγραμμα Σπίτι μου. Όμως, τώρα το βάρος θα πέσει στο ανακαινίζω κάτι που θα συμβεί για πρώτη φορά. Δηλαδή, να πέσουν τόσα χρήματα (500 εκατ. ευρώ) στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της προσφοράς.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
