Η παραίτηση του Sir Keir Starmer, λιγότερο από δύο χρόνια μετά τη σαρωτική νίκητων Εργατικών δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική εξέλιξη. Αντανακλά τη θεσμική εξάντληση του μετα-Brexit οικονομικού υποδείγματος σε μία εποχή όπου ο νεοφιλελευθερισμός υποχωρεί και ο γεωοικονομικός ανταγωνισμός επανακαθορίζει την οικονομική πολιτική.
H Βρετανία έχει αλλάξει επτά πρωθυπουργούς από το 2016 – περισσότερους από οποιαδήποτε άλλη χώρα των G7 κατά την ίδια περίοδο. Η συχνότητα των αλλαγών δεν αποτυπώνει απλώς πολιτική αστάθεια· αποκαλύπτει την αδυναμία του πολιτικού συστήματος να συγκροτήσει ένα νέο αναπτυξιακό αφήγημα.
Για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες η βρετανική ανάπτυξη στηρίχθηκε στο City του Λονδίνου, στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και στην παγκοσμιοποίηση. Το τίμημα είναι πλέον ορατό. Η βρετανική οικονομία εκτιμάται τουλάχιστον 6% μικρότερη από ό,τι θα ήταν στο υποθετικό σενάριο παραμονής στην ΕΕ, ενώ η παραγωγικότητα παραμένει ουσιαστικά στάσιμη από το 2008.
Σήμερα η Βρετανία αντιμετωπίζει ένα συνονθύλευμα κρίσεων παραγωγικότητας, ανάπτυξης, δημοσιονομικής βιωσιμότητας και πολιτικής νομιμοποίησης σε μια εποχή ασθενούς ανάπτυξης, γεωοικονομικού ανταγωνισμού, εμπορικών πολέμων και δημοσιονομικών περιορισμών. Το Brexit δεν δημιούργησε αυτή την κρίση. Την αποκάλυψε και την επιτάχυνε. Υπήρξε περισσότερο πολιτική συνέπεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, της λιτότητας, της χαμηλής ανάπτυξης και των αυξανόμενων περιφερειακών ανισοτήτων, παρά η αρχική αιτία της βρετανικής παρακμής.
Η υπόσχεση της "Παγκόσμιας Βρετανίας” συγκρούστηκε με έναν κόσμο αποπαγκοσμιοποίησης, γεωοικονομικού ανταγωνισμού και βιομηχανικής πολιτικής. Η οικονομική στασιμότητα μετατρέπεται αναπόφευκτα σε δημοσιονομική πίεση: το δημόσιο χρέος προσεγγίζει το 100% του ΑΕΠ, τα spreads των βρετανικών κρατικών ομολόγων παραμένουν απ’ τα υψηλότερα του G7. Η 49ημερη πρωθυπουργία της Liz Truss — μικρότερη απ’ τη διάρκεια ζωής του διάσημου "μαρουλιού" — υπενθύμισε πόσο γρήγορα οι σύγχρονες αγορές μπορούν να καταρρίψουν μία κυβέρνηση. Στην πραγματικότητα, η Βρετανία δεν αλλάζει απλώς πρωθυπουργό· επιχειρεί να αλλάξει το οικονομικό της υπόδειγμα. Μέσα σε αυτή τη θεσμική και οικονομική εξάντληση αναδύεται o Andy Burnham.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Burnham αναδείχθηκε πολιτικά στο Μάντσεστερ, την πόλη που γέννησε τη Βιομηχανική Επανάσταση και διαμόρφωσε τον κλασικό οικονομικό φιλελευθερισμό. Δύο αιώνες μετά το Manchester School των Cobden and Bright, η ίδια πόλη προτείνει σήμερα σχεδόν την αντίστροφη συνταγή: στρατηγικό κράτος, αποκέντρωση και επαναβιομηχάνιση. Η πόλη που δίδαξε στον κόσμο το laissez-faire φιλοδοξεί τώρα να επανεφεύρει τον βρετανικό καπιταλισμό. Η Βρετανία αναζητά πλέον στο Μάντσεστερ εκείνο που άλλοτε αναζητούσε στο City: την επόμενη μηχανή παραγωγής πλούτου. Όπως ο Θατσερισμός εξέφρασε τον νεοφιλελευθερισμό και ο Μπλερισμός την εποχή της παγκοσμιοποίησης, έτσι ο Μπερναμισμός φιλοδοξεί να αποτελέσει την πολιτική έκφραση της μετάβασης από τον χρηματοπιστωτικό στον περιφερειακό παραγωγικό καπιταλισμό. Συνιστά μια προσπάθεια προσαρμογής της σοσιαλδημοκρατίας στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ), του γεωοικονομικού ανταγωνισμού και της λογικής μηδενικού αθροίσματος (zero-sum).
Η λογική του "Northern Powerhouse” και το υπόδειγμα του "Μάντσεστερισμού" — ή ακριβέστερα του "Μανκουνιανισμού” (Mancunianism) — αποκτούν πλέον και θεσμική διάσταση, καθώς ο Burnham φέρεται να εξετάζει ακόμη και τη μεταφορά μέρους της λειτουργίας της Downing Street στο Μάντσεστερ, μεταφέροντας συμβολικά τόσο το πολιτικό κέντρο όσο και το οικονομικό κέντρο βάρους από το Westminster και το City προς τον βρετανικό Βορρά. Tο πραγματικό ζήτημα δεν είναι εάν ο Burnham θα γίνει ο επόμενος Βρετανός πρωθυπουργός μέσα σε μόλις μία δεκαετία, αλλά εάν θα μπορέσει να διαμορφώσει το πρώτο βιώσιμο οικονομικό υπόδειγμα για τη Βρετανία στη μετά-Brexit εποχή, ως ένα εργαστήριο μιας νέας ισορροπίας κράτους και αγοράς.
Σε περίπτωση που ο Burnham αποτύχει, η Βρετανία θα συνεχίσει να αλλάζει πρωθυπουργούς, χωρίς να αλλάζει το οικονομικό της υπόδειγμα. Και τότε ο γάτος της Number 10, ο "Larry the Cat”, θα εξακολουθεί να είναι ο σταθερότερος και μακροβιότερος ένοικος της Downing Street. Η Ιστορία της Βρετανίας δείχνει ότι οι μεγάλες οικονομικές μεταβάσεις προηγούνται της πολιτικής. Οι κυβερνήσεις ακολουθούν όταν το παλαιό υπόδειγμα έχει ήδη εξαντληθεί.
Έτσι γεννήθηκε η Βιομηχανική Επανάσταση. Έτσι αναδύθηκαν ο Θατσερισμός και ο Μπλερισμός. Το ερώτημα είναι εάν το Μάντσεστερ μπορεί να το πετύχει ακόμη μία φορά. Ο Μπερναμισμός παραμένει περισσότερο πολιτική υπόσχεση παρά ολοκληρωμένο οικονομικό δόγμα. Εάν όμως πετύχει ο Burnham, δεν θα μείνει στην Ιστορία απλώς ως ένας ένοικος της Downing Street, αλλά ίσως ως ο πολιτικός που διαμόρφωσε το πρώτο συνεκτικό μετα-νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας στον 21ο αιώνα.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr